Τρίτη 3 Απριλίου 2012

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΚΙΔΗΣ. Λίγη άγνωστη Ιστορία!


  Για όσους δεν έτυχε να το γνωρίζουν…
Όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα, 27
Απριλίου 1941, η πρώτη τους δουλειά ήταν να στείλουν ένα…
απόσπασμα υπό τον λοχαγό Γιάκομπι και τον
υπολοχαγό Έλσνιτς για να κατεβάσει τη Γαλανόλευκη από τον Ιερό Βράχο
της Ακρόπολης και να υψώσει τη σβάστικα.
Δεξιά ο Παρθενώνας, αριστερά οι Καρυάτιδες.
Από την ελιά τής Αθηνάς οι Γερμανοί αντικρίζουν στο ακραίο σημείο τού
βράχου τής Ακρόπολης πού δεσπόζει τής πόλης, την γαλανόλευκη σημαία
πού θ’ αντικατασταθεί από τον αγκυλωτό σταυρό.
Η εθνική Σημαία με το μεγάλο σταυρό στην μέση
λάμπει και τα χρώματά της τονίζουν και τονίζονται από τον Παρθενώνα
που στέκει αγέρωχος και όμορφος όπως πάντα.
20120402-234751.jpg Εκεί στην θέση Καλλιθέα, στο ανατολικό σημείο
του Ιερού Βράχου ο επικεφαλής του αποσπάσματος ζήτησε από τον εύζωνο
που φρουρούσε τη σημαία μας να την κατεβάσει και να την παραδώσει.
Ο απλός αυτός φαντάρος, όταν στις 8:45 το πρωί
έφθασαν μπροστά του οι κατακτητές της χώρας μας
και με το δάκτυλο στην σκανδάλη των πολυβόλων
τους, τον διέταξαν να κατεβάσει το Εθνικό μας
σύμβολο, δεν έδειξε κανένα συναίσθημα. Δεν πρόδωσε την τρικυμία της
ψυχής του. Ψυχρός, άτεγκτος και αποφασισμένος.. απλά αρνήθηκε! Οι ώρες
της περισυλλογής, που μόνος του είχε περάσει δίπλα στην σημαία, τον
είχαν οδηγήσει στη μεγάλη απόφαση.
“ΟΧΙ”!
Αυτό μονάχα πρόφερε και τίποτε άλλο. Μια απλή
λέξη, με πόση όμως τεράστια σημασία και αξία. Η Ελληνική μεγαλοσύνη σε
όλη την απλή μεγαλοπρέπειά της κλεισμένη μέσα σε δύο συλλαβές! Ξέρουν
απ’ αυτά οι Έλληνες..
Ο λοχαγός Γιάκομπι διέταξε έναν Γερμανό
στρατιώτη να το πράξει. Ο στρατιώτης την κατέβασε κι αφού με τη
βοήθεια ενός συναδέλφου του την δίπλωσε πολύ προσεκτικά, την παρέδωσε
στα χέρια του Έλληνα φρουρού. Ο εύζωνας κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα
με κατεβασμένο κεφάλι το διπλωμένο γαλανόλευκο πανί πάνω στα χέρια
του. Κι ύστερα τυλίχτηκε με τη σημαία, έτρεξε ως την άκρη του Ιερού
Βράχου και μπρος στα μάτια των
εμβρόντητων Γερμανών ρίχτηκε μ’ ένα σάλτο στον
γκρεμό, βάφοντας το εθνικό μας σύμβολο με το
τίμιο αίμα του.
Οι Γερμανοί σκύβουν πάνω από το κενό: 60 μέτρα
πιο κάτω, κείτεται ο Εύζωνας, νεκρός πάνω στον βράχο, σκεπασμένος με
το σάβανο πού διάλεξε.
Οι δύο Γερμανοί αξιωματικοί, πού είναι επί
κεφαλής των εμπροσθοφυλακών, ο αρχηγός ιππικού Γιάκομπι και ο λοχαγός
Έλσνιτς τής 6ης ορεινής μεραρχίας, χρησιμοποιούν
τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών για να στείλουν
μήνυμα στον Χίτλερ:
«Μάϊν Φύρερ, στις 27 Απριλίου, στις 8 και 10,
εισήλθαμε εις τας Αθήνας, επί κεφαλής των πρώτων γερμανικών τμημάτων
στρατού, και στις 8 και 45, υψώσαμε την σημαία τού Ράϊχ πάνω στην
Ακρόπολη και στο Δημαρχείο. Χάϊλ, μάϊν Φύρερ».
Η γερμανική στρατιωτική διοίκηση Αθηνών
υποχρέωσε την κυβέρνηση Τσολάκογλου να δημοσιεύσει στον Τύπο
ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία ο φρουρός της σημαίας μας, υπέστη
έμφραγμα από την συγκίνηση όταν του ζητήθηκε να την παραδώσει. Όμως οι
στρατιώτες κι οι επικεφαλής του γερμανικού αποσπάσματος είχαν
συγκλονιστεί
απ’ αυτό που είδαν και δεν κράτησαν το στόμα
τους κλειστό. Στις 9 Ιουνίου η είδηση δημοσιεύθηκε στην DAILY MAIL με
τίτλο: “A Greek carries his flag to the death” (Ένας Έλληνας φέρει την
σημαία του έως τον θάνατο).
Η θυσία του Έλληνα στρατιώτη έγινε αιτία να εκδοθεί
διαταγή από τον Γερμανό φρούραρχο να υψώνεται
και η ελληνική σημαία δίπλα στη γερμανική.
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, εκεί στα
Αναφιώτικα κάτω από τον Ιερό Βράχο, ζούσαν ακόμα αυτόπτες μάρτυρες,
που είδαν το παλικάρι να γκρεμοτσακίζεται μπροστά στα μάτια τους
τυλιγμένο με την Γαλανόλευκη. Και κάθε χρόνο, στο μνημόσυνό του στις
27 Απριλίου, άφηναν τα δάκρυά τους να κυλήσουν στη μνήμη του. Ουδείς
ενδιαφέρθηκε ποτέ να καταγράψει την μαρτυρία τους.
Κωνσταντίνος Κουκίδης
είναι τ’ όνομα του ευζώνου (κατά μια άλλη
άποψη ήταν 17χρονος νέος της Εθνικής Οργανώσεως Νέων αλλά τι σημασία
έχει;).
Κωνσταντίνος Κουκίδης είναι τ’ όνομα αυτού του
ΕΛΛΗΝΑ και στολή του η Σημαία μας.
Μας τον έχουν κρύψει, μας τον έχουν κλέψει.
Κλείστε κι αυτόν τον εθνομάρτυρα στην ψυχή σας κοντά στους άλλους.
Απαιτείστε να γραφτεί τ’ όνομά του στα σχολικά βιβλία της Ιστορίας.
Ψιθυρίστε το, έστω και βουβά, μέσα σας,
κάθε φορά που αντικρίζετε τη σημαία μας.
Πείτε στα παιδιά σας ότι αυτή η σημαία, έχει βυζάξει
ποταμούς ελληνικού αίματος, για να μπορεί
αγέρωχη να κυματίζει την τιμή και την αξιοπρέπειά μας.

Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Τα φρικώδη βασανιστήρια και η κρατική καταστολή στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας


Δεν είναι τυχαία η Οθωμανολαγνεία σε καιρούς κατοχής από απεχθείς φιγούρες που αναπολούν και την φυσική διάσταση της υποδούλωσης. Θα βοηθούσε στην αποδοχή των μέτρων του ΔΝΤ από την κοινωνία, ε κυρία Δραγώνα;

«Σε ένα δεσποτικό κράτος όπως το Οσμανικό, είναι επόμενο τα βασανιστήρια να καταλαμβάνουν πολύ σημαντική θέση στο σύνολο των κατασταλτικών μηχανισμών που διαθέτει η εξουσία. Στη στρατοκρατούμενη οσμανική κοινωνία όπου η υπεροχή θεωρείται επακόλουθο της ωμής βίας και της ισχύος, τα βασανιστήρια νομιμοποιούνται από τη συλλογική συνείδηση και μετατρέπονται σε αποδεκτή πρακτική που έχει σχέση προς την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας.
(Σημ. Φιλίστωρος: Επειδή το άρθρο περιέχει σκληρές περιγραφές βασανιστηρίων, προτείνω σε όσους έχουν ευαίσθητο…στομάχι να αποφύγουν την ανάγνωση του.) Με τον τρόπο αυτό εκτονώνεται και ταυτόχρονα αυξάνεται η σωρευμένη επιθετικότητα, δηλαδή δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος στον οποίο η βία προκαλεί τη βία ή την επιβάλλει. Έτσι και η ελληνική εθνική κοινότητα, στα πλαίσια της οσμανικής πραγματικότητας δεν υπέστη μόνο βασανιστήρια, αλλά στο μέτρο που μπόρεσε τα ανταπέδωσε. Γι’ αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσουν οι φρικαλεότητες που διέπραξαν ως όργανα της εθνικής κοινότητας όχι μόνο κατέναντι της οσμανικής εξουσίας αλλά και κατά των ομοεθνών τους. Ειδικά η απάνθρωπη συμπεριφορά των αγωνιστών του 1821 στον τουρκικό πληθυσμό της επαναστατημένης Ελλάδας, η επέκταση τις ίδιας συμπεριφοράς και στους αντιφρονούντες και η συνέχεια της παράδοσης στο νεοπαγές Ελληνικό κράτος οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην επαχθή οσμανική κληρονομιά κληρονομιά»

1. Το παλούκωμα ή διοβελισμός (σούβλισμα)
Πρόκειται για πρωτότυπη μέθοδο μαρτυρικού θανάτου και δεν έχει σχέση με τον ανασκολωπισμό των αρχαίων (ο οποίος ήταν παραλλαγή του σταυρικού θανάτου) ούτε έχει προηγούμενο στην παράδοση του Βυζαντίου. Ο θάνατος με παλούκωμα (kaziklamak) προοριζόταν για τους στασιαστές, για τους δράστες ειδεχθών κακουργημάτων και γενικά για όσους αμφισβητούσαν την κρατική εξουσία. Η γενετική της μεθόδου ανατρέχει στις συνήθειες της νομαδικής πατριάς κτηνοτρόφων να ψήνουν τα πρόβατα ή τα θηράματά τους στη σούβλα. Το επιχείρημα αυτό γίνεται πιο πειστικό αν αναλογιστούμε ότι το σημαινόμενο της λέξης ρεαγιάς που αποδίδει τον υποτελή είναι πρόβατο.
Εύστοχη είναι η παρατήρηση κατά την οποία ο πάσσαλος ή το παλούκι ήταν “παντού και πάντοτε το σύμβολο του οθωμανικού δεσποτισμού. Στηνόταν σε εμφανή σημεία, υψώματα, πλατείες και άλλους δημόσιους χώρους για να προκαλεί δέος και να εμπνέει τυφλή υποταγή στο δυνάστη”.
Για το παλούκωμα χρειάζονταν ειδικευμένοι και έμπειροι δήμιοι. Το παλούκι (kazik) ήταν ένα ευθύ χοντροράβδι μακρύ δυο και παραπάνω μέτρα, συνήθως ξύλινο και αιχμηρό στη μια άκρη που έπρεπε να μπηχθεί στα οπίσθια του θύματος, ακριβώς όπως γίνεται με το σούβλισμα των αρνιών, έτσι που η
Αθανάσιος Διάκος
αιχμή να βγει κοντά στον αυχένα, πλάι στους ώμους, κάτω από τον λαιμό, δίπλα στην κλείδα ή κάπου στο στέρνο. Υπογραμμίζεται ότι “η δεξιοτεχνία ήταν απαραίτητη για να μην καταστραφούν ζωτικά όργανα και προκληθεί θάνατος κατά τη διάρκεια του βασανισμού”. Το θύμα έπρεπε να επιζήσει για να παραταθεί το μαρτύριό του. Πραγματικά, αναφέρονται πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες καρφωμένο κατά τον παραπάνω τρόπο στον πάσσαλο θύμα επέζησε τρεις μέρες. Παραλλαγή της μεθόδου ήταν εκείνη κατά την οποία η μελλοθάνατοι ψήνονταν σε σιγανή φωτιά (συχνά εξαναγκάζονταν και οι γονείς ή συγγενείς του θύματος να τροφοδοτούν τη φωτιά), όπως και εκείνη με την οποία άλειφαν το θύμα με πίσσα και το λαμπάδιαζαν.
Η μέθοδος του παλουκώματος που περιγράφουν λεπτομερώς πολλοί ταξιδιώτες και αυτόπτες μάρτυρες και με την οποία θανατώθηκε όπως είναι γνωστό και ο αγωνιστής του 1821 Αθανάσιος Διάκος, αποκαλύπτει τη σαδιστική πλευρά της εξουσίας ως προέκταση ή ως υποκατάστατο της γενετήσιας κυριαρχίας η οποία στην πατριαρχική και φαλλοκρατούμενη οσμανική κοινωνία θεωρείται πρωταρχικής σημασίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη κα σήμερα στην τουρκική τα ανδρικά γεννητικά όργανα αποκαλούνται με τη λέξη που για αιώνες σήμαινε όπλο (yarak). Η συνήθεια βιασμού των ηττημένων από τους νικητές βρίσκεται στην ίδια ευθεία με το παλούκωμα και άλλα βασανιστήρια που έχουν ως άξονα τον πρωκτό του κρατουμένου. Είναι πρόδηλο ότι όλα αυτά αποτελούν εκδηλώσεις μιας εξουσίας που παριστά το ομοφυλοφιλικό στοιχείο το οποίο διαποτίζει υποσυνείδητα το πολιτικό και κοινωνικό συγκείμενο.
Σχετικά πρέπει να μη διαλάθει από την προσοχή μας ότι η σκαιή συμπεριφορά των τοπικών διοικητών κατά των ραγιάδων της περιφέρειάς τους κατά τις επίσημες πηγές περιλάμβανε την τυράγνια (ζουλούμ) με τις τρεις χαρακτηριστικές εκφάνσεις: την απόσπαση παρανόμως χρημάτων, τις αυθαίρετες δολοφονίες και τη συστηματική αρπαγή και βιασμό των αγοριών (ογλάν) των υπηκόων (Dursum, 1989: 375). Ο σοδομισμός, η ομοφυλόφιλη σεξουαλική κατάχρηση, στο οσμανικό σύστημα προσλαμβάνει χαρακτήρα πολιτικής σημειολογίας.

2. Η εκδορά του θύματος 

Διονύσιος Φιλόσοφος
Αριστοτέχνες εκδορείς έγδερναν το μελλοθάνατο ζωντανό. Σχετικά παρατηρούμε ότι το γνωστό από την αρχαιότητα βασανιστήριο που έχει ασιατική προέλευση, προσιδιάζει σε μια κτηνοτροφική κοινωνία όπως ήταν εκείνη από την οποία πήγασε η οσμανική. Το μαρτύριο της εκδοράς επιβαλλόταν συνήθως στους περιφρονητές της κρατικής εξουσίας. Με αυτό θανατώθηκε το 1611 ο μητροπολίτης Τρίκκης-Λαρίσης Διονύσιος Β’ ο επονομαζόμενος Φιλόσοφος ή Σκυλόσοφος, ύστερα από την αποτυχία του ένοπλου επαναστατικού κινήματος της αγροτιάς και τη σύλληψή του. Αφού τον έγδαραν μπροστά στο πλήθος, ειδικευμένοι δήμιοι σε μια πλατεία των Ιωαννίνων, παραγέμισαν το δέρμα του με άχερα και υπό τους ήχους μουσικών οργάνων, το διαπόμπευσαν στους δρόμους ντυμένο με τα αρχιερατικά άμφια. Ενάμιση αιώνα μετά, το 1772 το ίδιο μαρτύριο επιβλήθηκε στον Ιωάννη Δασκαλάκη ή Δασκαλογιάννη που είχε ηγηθεί της επανάστασης στα Σφακιά της Κρήτης

3. Ο βασανισμός στα τσεγκέλια ή τους γάντζους

Το σώμα του μελλοθανάτου υψωνόταν με τροχαλία και αφηνόταν να πέσει πάνω σε τσεγκέλια (cengel) στερεωμένα σε μόνιμο ικρίωμα, σε τοίχο ή σε ειδική βάση. Σε περίπτωση που τα τραύματα δεν ήταν καίρια έμενε καρφωμένος πολλές μέρες και πέθαινε από την αγωνία και την κακοπάθεια. Τον 16ο αιώνα αναφέρεται περίπτωση Έλληνα που είχε συνάψει σχέσεις με Ελληνίδα σύζυγο μουσουλμάνου εμπόρου ο οποίος επειδή δε δέχτηκε να αλλαξοπιστήσει ρίχτηκε στους γάντζους όπου επέζησε τρεις μέρες, οπότε κάποιος τον λυπήθηκε και τον πυροβόλησε στο κεφάλι.
Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι και τα τσεγκέλια προσιδιάζουν και αυτά περισσότερο σε μια κτηνοτροφική κοινωνία. Η παρεμφερής όμως βασανιστική εκτέλεση του διαμελισμού του μελλοθανάτου και η επίδειξη των σπαραγμάτων σε δημόσιο χώρο για καταπτόηση εχθρών και αντιπάλων, απαντάται πολύ συχνότερα στη μεσαιωνική Δύση απ’ ό,τι στους Οσμανούς. Οι τελευταίοι την επιφύλασσαν κυρίως σε αιχμαλώτους πολέμου, κατασκόπους και αρνητές της ισλαμικής θρησκείας κατά τη διάρκεια επίσημης και πανηγυρικής τελετής. Έτσι θανατώθηκε το 1808 ο Παπαθύμιος Βλαχάβας, αρχηγός του επαναστατικού κινήματος στη Θεσσαλία.
4. Το σταύρωμα
Η ρωμαϊκή ποινή του σταυρικού θανάτου επιβίωσε στους Οσμανούς. Θεωρούνταν όπως και στην αρχαιότητα ατιμωτική ποινή. Σε προηγούμενες σελίδες είδαμε στις αρχές του 15ου αιώνα να εκτελείται με αυτό τον τρόπο ο Μποκρουτζέ Μουσταφά ηγέτης του λαϊκού κινήματος που έθετε σε κίνδυνο την οσμανική εξουσία. Την άνοιξη του 1821 στην Κωνσταντινούπολη, κατά τις οργανωμένες από την κυβέρνηση οχλοκρατικές ταραχές που ακολούθησαν την είδηση για την επανάσταση που είχε ξεσπάσει, φανατικοί μουσουλμάνοι σταύρωναν πολλούς Έλληνες στα δέντρα, όπου και πέθαιναν από την αιμορραγία και τους φρικτούς πόνους (Streit, 1822: 42).

5. Το σφυροκόπημα των αρθρώσεων

Το θύμα, με συντριπτικά κατάγματα στους αρμούς των ποδιών και των χεριών, ένας πολτός οστών και σαρκών “κειτόταν εκτάδην αβοήθητο, βασανιζόταν μέρες πολλές και ξεψυχούσε από ατελείωτο μαρτύριο”. Ο θρυμματισμός των αρθρώσεων γινόταν συνήθως με την πίσω πλευρά του μπαλτά (balta) δηλαδή του τσεκουριού που ήταν εργαλείο βασανισμού και θανάτου, σύμβολο της οσμανικής εξουσίας, όπως τα παλούκια που κουβαλούσαν τα τουρκικά καταδιωκτικά αποσπάσματα. Οι οσμανοί αξιωματούχοι στερέωναν στο ζωνάρι τους και έναν μπαλτά, υπόμνηση και απειλή βασανισμών και μαρτυρικών θανάτων.

6. Το θάψιμο του καταδίκου ζωντανού

Οι μελλοθάνατοι θάβονταν όρθιοι ώς το λαιμό σε λάκκους που ανοίγονταν ειδικά γι’ αυτό το σκοπό. Έτσι, μισοπεθαμένους τους τάιζαν και τους πότιζαν με τη βία. “Τα περιττώματα και το χώμα προκαλούσαν μολύνσεις στο κορμί και ο άνθρωπος σάπιζε ζωντανός”. Αναφέρεται περίπτωση που ο κατάδικος έζησε 14 μέρες (Guer, 1747: 161-162).
8. Ο αποκεφαλισμός
Ήταν η πιο αξιοπρεπής θανάτωση με την προϋπόθεση ότι ο δήμιος θα τοποθετούσε το κεφάλι στα χέρια του νεκρού αν ήταν χριστιανός και στη μασχάλη του πτώματος αν ήταν Τούρκος. Ακόμη και σήμερα στην Τουρκία η ανάληψη από κάποιον τολμηρής πρωτοβουλίας ιδιαίτερα στο πεδίο της πολιτικής αποδίδεται με την έκφραση ότι ο ενδιαφερόμενος “έλαβε το κεφάλι του παραμάσχαλα” (kellesini koltugu altinda aldi). (…) Οι αποκεφαλισμοί γίνονταν μεμονωμένα όταν επρόκειτο για αξιωματούχους του κράτους ή για κοινούς καταδίκους και ομαδικά όταν επρόκειτο για μαζικού μέσου καταστολής δηλαδή σφαγή. Αμέτρητοι αποκεφαλισμοί Ελλήνων έγιναν στην Κωνσταντινούπολη την άνοιξη του 1821 ως αντίποινα για την ελληνική επανάσταση που είχε ξεσπάσει. Ο Άγγλος κληρικός έβλεπε κάθε μέρα ακέφαλα πτώματα κυλισμένα στο βόρβορο. Την ημέρα κατασπαράζονταν από τα όρνια και τη νύχτα από κοπάδια πειναλέων αγριόσκυλων (Walsh R., 1828: 321-322).
Τα κεφάλια των ληστών, στασιαστών, γενικότερα εχθρών του κράτους αλλά και επαρχιακών παραγόντων όπως τοπαρχών και άλλων αξιωματούχων που θανατώνονταν με σουλτανική εντολή αποστέλλονταν στην Κωνσταντινούπολη όπου εκτίθονταν στο χώρο μπροστά από την κύρια είσοδο (πύλη) των ανακτόρων. Συχνά τα κεφάλια συγκροτούσαν μακάβρια πυραμίδα από την οποία αναδυόταν απαίσια οσμή. Αναφέρεται πως καθημερινά υπήρχαν εκτεθειμένα 10-15 κομμένα κεφάλια ή και πτώματα. Περί τα μέσα του 17ου αιώνα υπήρξε περίοδος που ο αριθμός αυτός ανήλθε σε 500 κεφάλια, καρφωμένα στην άκρη λόγχης ή στοιβαγμένα με τρόπο ώστε να σχηματίζουν ένα μικρό λοφίσκο (Kocu, 1960: 13). Τα κομμένα στην επαρχία κεφάλια αποστέλλονταν στην Κωνσταντινούπολη για έκθεση σε τρίχινο τουρβά (torba) δηλαδή ταγάρι γεμάτο μέλι για να αποφευχθεί η σήψη, συνήθεια από την οποία προέρχεται και η έκφραση στη νεοελληνική “ότι έβαλε το κεφάλι του στον τορβά” (…)
Σε περίπτωση που τα κεφάλια δεν αποστέλλονταν στην Κωνσταντινούπολη, οι Οσμανοί συνήθιζαν να τα εντοιχίζουν, περιχυμένα με ασβέστη, κατασκευάζονταν μ’ αυτά μνημείο στρατιωτικής νίκης, παραδειγματισμού ή εκδίκησης. Αυτό συνέβαινε κυρίως ύστερα από βίαιη κατίσχυση της οσμανικής εξουσίας. Για παράδειγμα το 1779 εξοντώθηκαν στην Πελοπόννησο χιλιάδες Αλβανοί που λυμαίνονταν και καταδυνάστευαν την περιοχή σχεδόν επί μία δεκαετία. Μετά από την εξολόθρευσή τους έξω από την ανατολική έξοδο της Τριπολιτσάς, “έκτισαν ένα είδος πύργου” με τα κεφάλια “θέσαντες έξωθεν τα πρόσωπα”, δηλαδή κατά τρόπο ώστε να διακρίνονται οι μορφές τους. Ο αριθμός των κεφαλιών αυτών ήταν τέσσερεις χιλιάδες. Παρόμοια μνημεία έχουν κατασκευαστεί και σε άλλα σημεία της Αυτοκρατορίας, όπως αυτό που διατηρείται και σήμερα στη Νήσσα της Γιουγκοσλαβίας.
9. Απαγχονισμός και στραγγαλισμός
Το πτώμα έπρεπε να παραμείνει κρεμασμένο επί τριήμερο. Έτσι οι περίοικοι αναγκάζονταν να συγκεντρώσουν μεγάλα ποσά προκειμένου να απομακρυνθούν τα κουφάρια. Απαγχονισμοί γίνονταν
Ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ οδηγείται στην αγχόνη
και σε δέντρα, οπότε μπορούσαν να είναι ομαδικοί και από κάθε κλαδί ενός μεγάλου δέντρου να απαγχονιστεί ένας κατάδικος. Για παράδειγμα το 1673 από έναν τεράστιο πλάτανο στην πλατεία του Εντιρνέκαπου στην Κων/πολη απαγχονίστηκαν 120 γενίτσαροι που είχαν στασιάσει. Το μακάβριο αυτό δέντρο ονομάστηκε βακ-βακ που είναι μυθικό δέντρο του Ισλάμ το οποίο αντί για καρπούς έχει ανθρώπινα μέλη.

11. Ειδικά βασανιστήρια

Η αυθαιρεσία που χαρακτήριζε την οσμανική πραγματικότητα φαίνεται και από το γεγονός ότι είναι πολύ δύσκολη η απαρίθμηση όλων των ειδικών βασανιστηρίων που έχουν εφαρμοστεί. Για παράδειγμα το 1821 στην Κωνσταντινούπολη εφάρμοζαν στο μέτωπο των (Ελλήνων) κρατουμένων, ένα μεταλλικό στεφάνι και το συμπίεζαν βιδώνοντάς το σιγά-σιγά πάνω στους κροτάφους. Στο τέλος τα μάτια του θύματος έβγαιναν έξω από τις κόγχες. Στη Θεσσαλία το εργαλείο βασανισμού πυρακτωνόταν πριν εφαρμοσθεί στο κεφάλι. (…)
Εάν η μορφή του Αλή πασά από το Τεπελένι έχει αποκτήσει για την ελληνική κοινωνία διαστάσεις θρύλου δυσανάλογη ως προς τη σημασία που είχε για την οσμανική και την ελληνική ιστορία, τούτο οφείλεται στο ότι ο τοπάρχης της Ηπείρου είχε δημιουργήσει στη διοικητική του περιφέρεια επί τρεις περίπου δεκαετίες ένα καθεστώς τρόμου, φρίκης και πανικού με τα συστηματικά και πολυποίκιλα βασανιστήρια και τις μαρτυρικές εκτελέσεις των εχθρών του. (…) Έτσι, για παράδειγμα το ζεμάτισμα με καυτό λάδι αποτελούσε καθημερινό βασανιστήριο.

12. Ο φάλαγγας και ο ξυλοδαρμός

Η πιο κοινή σωματική ποινή ή βασανισμός ήταν ο φάλαγγας (falaka) (…) εφαρμοζόταν σε άντρες και μάλιστα των πενέστερων κοινωνικών στρωμάτων, εφόσον οι εύποροι συνήθως εξαγόραζαν τις ποινές. (…) Παρομοίως η νεοελληνική είναι αφάνταστα πλούσια σε λέξεις όπως βρομόξυλο, μαγκουριά, μπαγλάρωμα (από το τουρκικό baglamak, δένο), περντάχι (από το περσικόperdaht =γυάλισμα), μερεμέτιασμα (από το τουρκικό meremet= επισκευή) (…) (τ. 1, σ. 315 κ.ε.)

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Πανωραία Χατζηκώστα, η γυναίκα που αδικήθηκε από την Ιστορία…

   
Γράφει ο ΑΠΕΛΛΗΣ
Είναι η δεύτερη φορά που γράφω ένα κείμενο για την Πανωραία Χατζηκώστα. Η πρώτη, ήταν σχεδόν πριν από δύο χρόνια στην αρχή ακόμη της κρίσης. Όμως αυτή η φορά, συμπίπτει με το αποκορύφωμα της και ειδικά τώρα, που η Ελλάδα διαβαίνει πάλι το κατώφλι της ανάγκης, η αναφορά σε αυτήν γίνεται ακόμη πιο επίκαιρη.
Πανωραία! Πόσο ωραίο όνομα αλήθεια και πόσο ελληνικό. Και πως η πρόθεση «παν», όταν προηγείται μιας λέξης, αποδίδει την αίσθηση μιας ατελεύτητης και στον υπερθετικό βαθμό τονισμένης ιδιότητας που την χαρακτηρίζει. Ομολογώ, πως κάποιες φορές νιώθω σαν να έχω πάρει προσωπικά την υπόθεση της αποκατάστασης της μνήμης της Πανωραίας Χατζηκώστα. Σαν να πρόκειται για ένα δικό μου άνθρωπο, που κάποιος τον πρόσβαλλε άδικα και νιώθω την ιερή υποχρέωση να τον υπερασπιστώ από τα σκληρά βέλη της άγνοιας. 
Με λυπεί η συνεχής προσβολή της, μου φαίνεται ακατανόητη η αδικία που της επεφύλαξε ο νεοελληνικός καθωσπρεπισμός. Την συγκίνηση μου μπορώ να την κρύψω, αυτό που δεν μπορώ να κρύψω είναι τα συναισθήματα που οδηγούν τα χέρια μου στο πληκτρολόγιο. Για αυτό, σας παρακαλώ φίλοι μου, να συγχωρέσετε τη συναισθηματική φόρτιση που χρωματίζει τις λέξεις. Αυτά τα συναισθήματα μου γέννησε, όταν για πρώτη φορά διάβασα την αληθινή ιστορία της. Τόσο πολύ με άγγιξε. Μια ιστορία, που 186 χρόνια μετά παραμένει στο περιθώριο της επίσημης ιστορίας, που όσοι την διάβασαν γνωρίζουν, αλλά οι περισσότεροι ακόμη την αγνοούν.
Κάθε φορά, λοιπόν, που ακούω κάποιον να αποκαλεί την Ελλάδα «Ψωροκώσταινα» εξανίσταμαι. Σπεύδω αμέσως να διορθώσω, να εξηγήσω ότι κακώς χρησιμοποιείται αυτή η έκφραση, ότι πρόκειται για μια ιστορική απρέπεια που λίγοι γνωρίζουν. 
Και αμέσως μετά, σε κάποια άλλη περίσταση με άλλους ανθρώπους, πάλι τα ίδια. Μοιάζει σαν την Λερναία Ύδρα, που μόλις κόψεις ένα κεφάλι φυτρώνουν άλλα δύο. Τόσο πολύ έχει αλλοιωθεί η εικόνα που έχει ο μέσος Έλληνας για την πατρίδα του και για την Πανωραία Χατζηκώστα.  Με μια μόνο του φράση κάνει αθέλητα ένα διπλό κακό. Από τη μια ξεφτιλίζει την πατρίδα του και από την άλλη, χλευάζει ακούσια μια ηρωίδα. Όμως, δεν θα κουραστώ ποτέ να εξηγώ. Όσες φορές και αν χρειαστεί να το κάνω, θα λέω πως στους ψωροκώστηδες και στους ψωρογιώργηδες που μας έφτασαν έως εδώ, αξίζει ο χλευασμός και όχι στην Πανωραία.
Η ιστορία της μοιάζει με αρχαία τραγωδία. Θα σας την διηγηθώ για να κρίνετε μόνοι σας την αδικημένη αυτή γυναίκα, που μεταβλήθηκε σε αποδιοπομπαίο τράγο, για να της φορτώνουμε μέχρι σήμερα  όλες τις δικές μας αμαρτίες.
Η Πανωραία ήταν κάποτε αρχόντισσα των Κυδωνιών, του Αϊβαλιού, και σύζυγος του πάμπλουτου Αϊβαλιώτη εμπόρου Χατζηκώστα. Φημιζόταν, όχι μόνο για τα πλούτη του άνδρα της, αλλά και για τα δικά της και ακόμη για την υπέροχη ομορφιά της.
Όταν οι Τούρκοι πυρπόλησαν την πόλη του Αϊβαλί, από εκδίκηση για την επανάσταση των Ελλήνων στην Ελλάδα, έσφαξαν πολλούς άνδρες και γυναικόπαιδα. Η Πανωραία είδε, τότε, να σφάζουν οι Τούρκοι μπροστά στα μάτια της τον άνδρα και τα παιδιά της. Η οδύνη σάλεψε το λογικό της. Ανάμεσα σε αυτούς που σώθηκαν, ήταν τελικά και εκείνη. Για καλή της τύχη ένας ναύτης την βοήθησε και την ανέβασε μαζί με άλλους πρόσφυγες σε ένα καράβι, που την ξεμπάρκαρε στα Ψαρά. 
Εκεί, την αναγνώρισε ο ομοιοπαθής της Βενιαμίν ο Λέσβιος, την πήρε υπό την προστασία του και τον ακολούθησε στην Πελοπόννησο. Στο ελεύθερο Ναύπλιο, ο Βενιαμίν παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει, και η Πανωραία, που ήταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία, πτωχή πια, άρχισε να ξενοπλένει. 
Ἡ Πανωραία στή μορφή ἀλλά καί στήν ψυχή, ἀδιαφορώντας γιά τά προσωπικά της προβλήματα πῆρε ὑπό τήν προστασία της παιδιά ὀρφανά, γιά νά τά μεγαλώσει καί νά ἁπαλύνει τόν πόνο τους.  
Αργότερα, με σαλεμένο σχεδόν το μυαλό της, ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου. Αὐτήν τή ζητιάνα ἀντίκρυσαν τά ἀλητάκια τῆς παραλίας καί περιπαικτικά τήν ἀποκάλεσαν «η Ψωροκώσταινα», λόγω της μεγάλης φτώχειας της. Είναι φορές, που οι ανατροπές της ζωής ξεπερνούν ακόμη και τα μυθιστορήματα.
Μια Κυριακή, λοιπόν, του 1826, η ερανική επιτροπή έστησε ένα τραπέζι στην πλατεία του Ναυπλίου, προκειμένου να μαζέψει χρήματα για τον ανεφοδιασμό του πολιορκούμενου Μεσολογγίου. Μάταια η επιτροπή περίμενε τους δωρητές να προσφέρουν τον οβολό τους. Κανείς δεν έκανε το πρώτο βήμα. Ὁ σοφός δάσκαλος Γεώργιος Γεννάδιος κραυγάζει: «Τό Μεσολόγγι χάνεται. πατρίς καταστρέφεται, γών ματαιοται, λευθερία κπνέει. παιτεται βοήθεια σύντονοςς δώσει καστος ,τι χει καί δύναται…» 
Τότε, και ενώ όλοι περίμεναν τους προύχοντες πρώτους να κάνουν την κίνηση, η Πανωραία πλησίασε αδίστακτα στο τραπέζι και άφησε πάνω του όλη της την περιουσία. Όλη της την ζωή. Σαν την πτωχή χήρα του Ευαγγελίου, που μακάρισε ο Χριστός για το δίλεπτο της, άφησε το μοναδικό κειμήλιο της προηγούμενης ευτυχισμένης ύπαρξης της, ένα ασημένιο δαχτυλίδι. 
Η πλύστρα Χατζηκώσταινα είπε ταπεινά: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».
Ύστερα από αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος μέσα από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της».
 Αμέσως μετά, το θιγμένο φιλότιμο πήρε και έδωσε. Βροχή άρχισαν να πέφτουν πάνω στο τραπέζι λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν η μεγάλη συνέχεια της μικρής προσφοράς της πτωχής πλύστρας Χατζηκώσταινας.
 Τελικά το Μεσολόγγι δεν σώθηκε, ποιος όμως θα μπορούσε να φανταστεί πως ο ασήμαντος οβολός της Πανωραίας, θα αφύπνιζε το εθνικό φιλότιμο που θα βοηθούσε την πόλη να αντισταθεί για ένα περίπου χρόνο, αλλάζοντας σχεδόν τον ρου της ιστορίας και των επιγενομένων της; 
Ασήμαντες πράξεις, θα πείτε, με τεράστιες όμως συνέπειες.
Έπειτα από το περιστατικό του εράνου στο Ναύπλιο, όταν έφτασε ο Κυβερνήτης Καποδίστριας στην Ελλάδα, τη συμμάζεψε από τους δρόμους και όταν ίδρυσε το Ορφανοτροφείο, η Πανωραία, που είχε γίνει πλέον γνωστή με το παρανόμι «Ψωροκώσταινα», προσφέρθηκε χωρίς καμιά πληρωμή, να πλένει τα ρούχα των ορφανών παιδιών των αγωνιστών της Επανάστασης. 
Τά παιδιά τοῦ ὀρφανοτροφείου τήν ἔκλαψαν σάν μάνα τους, όταν μετά από λίγο πέθανε, κι ἔτσι τήν παρέδωσαν στήν αἰώνια κατοικία της. Ακούτε φίλοι μου;
Κάπου εδώ, όμως, τελειώνει και η ζωή αυτής της βασανισμένης γυναίκας. 
Έπειτα, άρχισε και η παραχάραξη της ιστορίας της. Είδαμε, πως η Πανωραία από Χατζηκώσταινα έγινε Ψωροκώσταινα. 
Πώς όμως το όνομα αυτό συνδέθηκε με την Ελλάδα; 
Η θλιβερή αυτή «έμπνευση» οφείλεται, σε ποιον άλλο, από έναν εθνοπατέρα. 
Σε μια λοιπόν συνεδρίαση της Συνέλευσης, θέλοντας να πει για τη φτώχεια του Ελληνικού Δημοσίου, το παρομοίασε με την πασίγνωστη ζητιάνα του Ναυπλίου. 
Από τότε η λέξη επαναλήφθηκε στις συζητήσεις και τελικά επικράτησε. 
Μόνο που, όταν λέγεται τώρα δεν εννοεί μόνο το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά και ολόκληρη την χώρα.
 Η ιστορία δεν διέσωσε το όνομα του βουλευτή, ασέλγησε όμως πάνω στο «παρανόμι» της Πανωραίας. 
Έτσι, η μορφή με την οποία αυτή η ηρωική ψυχή έμεινε γνωστή στο πανελλήνιο, δεν είναι η εικόνα της διάπυρης από πατριωτισμό ηρωίδας, αλλά η καρικατούρα μιας τρελής ζητιάνας.
Θα μου πει κάποιος και με το δίκιο του: Μα εδώ ολόκληρο Κολοκοτρώνη έκλεισαν στην φυλακή, ολόκληρο θεριό τον Νικήτα Σταματελόπουλο άφησαν μισότυφλο να πεθάνει στην ψάθα, για την Πανωραία θα νοιάζονταν; 
Σωστά, θα του απαντούσα, αλλά μόνο σε ό,τι αφορά αυτούς που τους χαρακτηρίζει η αχαριστία και ο άκρατος καιροσκοπισμός, και όχι τον φιλότιμο και δίκαιο ελληνικό λαό στον οποίο και απευθύνεται αυτό το κείμενο.
Βλέπω με τα μάτια της φαντασίας την Πανωραία μαζί με τις άλλες ηρωίδες, την Μπουμπουλίνα, την Μαυρογένους, την Τζαβέλαινα, την Βισβίζη, να κοιτούν από ψηλά την δοκιμαζόμενη Ελλάδα. 
Όμως, τώρα η Πανωραία δεν φορά πλέον τα κουρέλια της, δεν έχει άγρια αχτένιστα μαλλιά. Εκεί που βρίσκεται, η μορφή της είναι λουσμένη στο φως και η ηλικία της κρατάει ανθισμένη την ομορφιά της νιότης. 
Αρχόντισσα σωστή, φοράει στο κεφάλι την λευκή μαντίλα της με τα ωραία πλουμιστά σχέδια, το βελούδινο βυσσινί γιλέκο με τα χρυσοκέντητα στολίδια και τη μακριά της ατλαζένια φούστα με τις βαθιές πτυχώσεις. 
Μόνο, που κάθε φορά, όταν κάποιος την αποκαλεί ψωροκώσταινα, την βλέπω να φέρνει με αναστεναγμό το δεξί της χέρι ψηλά στο στήθος, στη θέση της καρδιάς, όπου μπήγεται σαν μαχαίρι ο αχάριστος λόγος.
Σκέφτομαι, πως η αχαριστία απέναντι στους μεγάλους και στους μικρούς ήρωες μας, είναι η κυρίως υπεύθυνη για τη σημερινή μας κακοδαιμονία. Αυτή η αχαριστία ισοδυναμεί με την λήθη.
 Η λήθη τροφοδοτεί την άγνοια και η άγνοια την εθνική μας ταλαιπωρία. Η αχαριστία απέναντι στους ήρωες, είναι μια αυτοεκπληρούμενη κατάρα που αργά ή γρήγορα επιπίπτει δικαίως επί των κεφαλών μας. 
Η τιμή προς τους ήρωες, αντίθετα, στηρίζει τη συλλογική μνήμη και ενισχύει την εθνική συνείδηση των λαών.
Η στάση της Πανωραίας είναι ελεγκτική για τους τότε και τους νυν προύχοντες και Βουλευτές. Είναι η φωνή της συνείδησης που ψιθυρίζει μέσα στα αυτιά, για να ενοχλεί τον εφησυχασμό και την φιλοχρηματία τους. Αυτοί οι ίδιοι που ονόμασαν και ονομάζουν την Ελλάδα «Ψωροκώσταινα», είναι εκείνοι που στέλνουν τα χρήματα τους στην Ελβετία. 
Αυτοί, που κατά ομολογία τους ηγούνται ενός λαού διεφθαρμένων και τεμπέληδων, είναι οι ίδιοι ακάματοι εργάτες της αρπαχτής και της αναξιοπιστίας.
Αυτοί, που ζητούν θυσίες από τις κάθε λογής πτωχές Πανωραίες, αλλά συνεχίζουν να αρνούνται τον δικό τους οβολό για τη σωτηρία της πατρίδας.
 Αλίμονο! Αυτή η χώρα πέπρωται να σώζεται πάντα από τους Μικρούς ήρωες της και από τους άγνωστους στρατιώτες της.

Κλείνω αυτό το λόγο για την Πανωραία Χατζηκώστα, απευθύνοντας, για πρώτη φορά από κείμενο μου, μια έκκληση σε κάθε καλοπροαίρετο Έλληνα και Ελληνίδα. 
Να βοηθήσει, όσο μπορεί στις συναναστροφές του, για την ιστορική αποκατάσταση της Πανωραίας και της αλήθειας. Να εξηγήσει την αυταπάρνηση που έδειξε αυτή η μεγάλη ψυχή, που της αξίζει κάθε τιμή και σεβασμός. 
Τέλος, να βάλει ένα χέρι για να εξαφανίσουμε από το λεξιλόγιο μας την έκφραση «Ψωροκώσταινα», που ντροπιάζει εμάς και υποτιμά την χώρα μας.
Βιβλιογραφία:
«Λεξικό Λαϊκής Σοφίας», Τάκη Νατσούλη-Εκδ. Σμυρνιωτάκη, σελ. 581.
Ευ. Δαδιώτης, «Αιγαιοπελαγίτικα» τεύχος 13

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Πρόσφυγες του 1922, Σμύρνη, Αθήνα, Πειραιάς (George Magarian)

 

Ένα ξεχασμένο ντοκουμέντο ιστορικής αξίας από την καταστροφή της Σμύρνης, το 1922, κινηματογραφήθηκε με κάμερα 35mm σε Σμύρνη, Αθήνα και Πειραιά και βρήκε νέα ψηφιακή ζωή το 2008.

Ο George Magarian, δημιουργός του «ντοκιμαντέρ» εποχής, γεννήθηκε το 1895 και σπούδασε στο «Αμερικανικό Κολλέγιο» στο Ικόνιο (Konya) της Τουρκίας. Αργότερα, διατέλεσε διευθυντής στο παράρτημα του Ικονίου της ΧΑΝ (Χριστιανική Αδελφότης Νέων, ΧΑΝΘ για τη Θεσσαλονίκη, γνωστή ως YMCA, Young Men Christian Association και ΧΕΝ=Χριστιανική Ένωσις Νεανίδων, YWCA, Young Women Christian Association το γυναικείο τμήμα).