Παρασκευή 2 Μαρτίου 2012

Τα φρικώδη βασανιστήρια και η κρατική καταστολή στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας


Δεν είναι τυχαία η Οθωμανολαγνεία σε καιρούς κατοχής από απεχθείς φιγούρες που αναπολούν και την φυσική διάσταση της υποδούλωσης. Θα βοηθούσε στην αποδοχή των μέτρων του ΔΝΤ από την κοινωνία, ε κυρία Δραγώνα;

«Σε ένα δεσποτικό κράτος όπως το Οσμανικό, είναι επόμενο τα βασανιστήρια να καταλαμβάνουν πολύ σημαντική θέση στο σύνολο των κατασταλτικών μηχανισμών που διαθέτει η εξουσία. Στη στρατοκρατούμενη οσμανική κοινωνία όπου η υπεροχή θεωρείται επακόλουθο της ωμής βίας και της ισχύος, τα βασανιστήρια νομιμοποιούνται από τη συλλογική συνείδηση και μετατρέπονται σε αποδεκτή πρακτική που έχει σχέση προς την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας.
(Σημ. Φιλίστωρος: Επειδή το άρθρο περιέχει σκληρές περιγραφές βασανιστηρίων, προτείνω σε όσους έχουν ευαίσθητο…στομάχι να αποφύγουν την ανάγνωση του.) Με τον τρόπο αυτό εκτονώνεται και ταυτόχρονα αυξάνεται η σωρευμένη επιθετικότητα, δηλαδή δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος στον οποίο η βία προκαλεί τη βία ή την επιβάλλει. Έτσι και η ελληνική εθνική κοινότητα, στα πλαίσια της οσμανικής πραγματικότητας δεν υπέστη μόνο βασανιστήρια, αλλά στο μέτρο που μπόρεσε τα ανταπέδωσε. Γι’ αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσουν οι φρικαλεότητες που διέπραξαν ως όργανα της εθνικής κοινότητας όχι μόνο κατέναντι της οσμανικής εξουσίας αλλά και κατά των ομοεθνών τους. Ειδικά η απάνθρωπη συμπεριφορά των αγωνιστών του 1821 στον τουρκικό πληθυσμό της επαναστατημένης Ελλάδας, η επέκταση τις ίδιας συμπεριφοράς και στους αντιφρονούντες και η συνέχεια της παράδοσης στο νεοπαγές Ελληνικό κράτος οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην επαχθή οσμανική κληρονομιά κληρονομιά»

1. Το παλούκωμα ή διοβελισμός (σούβλισμα)
Πρόκειται για πρωτότυπη μέθοδο μαρτυρικού θανάτου και δεν έχει σχέση με τον ανασκολωπισμό των αρχαίων (ο οποίος ήταν παραλλαγή του σταυρικού θανάτου) ούτε έχει προηγούμενο στην παράδοση του Βυζαντίου. Ο θάνατος με παλούκωμα (kaziklamak) προοριζόταν για τους στασιαστές, για τους δράστες ειδεχθών κακουργημάτων και γενικά για όσους αμφισβητούσαν την κρατική εξουσία. Η γενετική της μεθόδου ανατρέχει στις συνήθειες της νομαδικής πατριάς κτηνοτρόφων να ψήνουν τα πρόβατα ή τα θηράματά τους στη σούβλα. Το επιχείρημα αυτό γίνεται πιο πειστικό αν αναλογιστούμε ότι το σημαινόμενο της λέξης ρεαγιάς που αποδίδει τον υποτελή είναι πρόβατο.
Εύστοχη είναι η παρατήρηση κατά την οποία ο πάσσαλος ή το παλούκι ήταν “παντού και πάντοτε το σύμβολο του οθωμανικού δεσποτισμού. Στηνόταν σε εμφανή σημεία, υψώματα, πλατείες και άλλους δημόσιους χώρους για να προκαλεί δέος και να εμπνέει τυφλή υποταγή στο δυνάστη”.
Για το παλούκωμα χρειάζονταν ειδικευμένοι και έμπειροι δήμιοι. Το παλούκι (kazik) ήταν ένα ευθύ χοντροράβδι μακρύ δυο και παραπάνω μέτρα, συνήθως ξύλινο και αιχμηρό στη μια άκρη που έπρεπε να μπηχθεί στα οπίσθια του θύματος, ακριβώς όπως γίνεται με το σούβλισμα των αρνιών, έτσι που η
Αθανάσιος Διάκος
αιχμή να βγει κοντά στον αυχένα, πλάι στους ώμους, κάτω από τον λαιμό, δίπλα στην κλείδα ή κάπου στο στέρνο. Υπογραμμίζεται ότι “η δεξιοτεχνία ήταν απαραίτητη για να μην καταστραφούν ζωτικά όργανα και προκληθεί θάνατος κατά τη διάρκεια του βασανισμού”. Το θύμα έπρεπε να επιζήσει για να παραταθεί το μαρτύριό του. Πραγματικά, αναφέρονται πολλές περιπτώσεις κατά τις οποίες καρφωμένο κατά τον παραπάνω τρόπο στον πάσσαλο θύμα επέζησε τρεις μέρες. Παραλλαγή της μεθόδου ήταν εκείνη κατά την οποία η μελλοθάνατοι ψήνονταν σε σιγανή φωτιά (συχνά εξαναγκάζονταν και οι γονείς ή συγγενείς του θύματος να τροφοδοτούν τη φωτιά), όπως και εκείνη με την οποία άλειφαν το θύμα με πίσσα και το λαμπάδιαζαν.
Η μέθοδος του παλουκώματος που περιγράφουν λεπτομερώς πολλοί ταξιδιώτες και αυτόπτες μάρτυρες και με την οποία θανατώθηκε όπως είναι γνωστό και ο αγωνιστής του 1821 Αθανάσιος Διάκος, αποκαλύπτει τη σαδιστική πλευρά της εξουσίας ως προέκταση ή ως υποκατάστατο της γενετήσιας κυριαρχίας η οποία στην πατριαρχική και φαλλοκρατούμενη οσμανική κοινωνία θεωρείται πρωταρχικής σημασίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη κα σήμερα στην τουρκική τα ανδρικά γεννητικά όργανα αποκαλούνται με τη λέξη που για αιώνες σήμαινε όπλο (yarak). Η συνήθεια βιασμού των ηττημένων από τους νικητές βρίσκεται στην ίδια ευθεία με το παλούκωμα και άλλα βασανιστήρια που έχουν ως άξονα τον πρωκτό του κρατουμένου. Είναι πρόδηλο ότι όλα αυτά αποτελούν εκδηλώσεις μιας εξουσίας που παριστά το ομοφυλοφιλικό στοιχείο το οποίο διαποτίζει υποσυνείδητα το πολιτικό και κοινωνικό συγκείμενο.
Σχετικά πρέπει να μη διαλάθει από την προσοχή μας ότι η σκαιή συμπεριφορά των τοπικών διοικητών κατά των ραγιάδων της περιφέρειάς τους κατά τις επίσημες πηγές περιλάμβανε την τυράγνια (ζουλούμ) με τις τρεις χαρακτηριστικές εκφάνσεις: την απόσπαση παρανόμως χρημάτων, τις αυθαίρετες δολοφονίες και τη συστηματική αρπαγή και βιασμό των αγοριών (ογλάν) των υπηκόων (Dursum, 1989: 375). Ο σοδομισμός, η ομοφυλόφιλη σεξουαλική κατάχρηση, στο οσμανικό σύστημα προσλαμβάνει χαρακτήρα πολιτικής σημειολογίας.

2. Η εκδορά του θύματος 

Διονύσιος Φιλόσοφος
Αριστοτέχνες εκδορείς έγδερναν το μελλοθάνατο ζωντανό. Σχετικά παρατηρούμε ότι το γνωστό από την αρχαιότητα βασανιστήριο που έχει ασιατική προέλευση, προσιδιάζει σε μια κτηνοτροφική κοινωνία όπως ήταν εκείνη από την οποία πήγασε η οσμανική. Το μαρτύριο της εκδοράς επιβαλλόταν συνήθως στους περιφρονητές της κρατικής εξουσίας. Με αυτό θανατώθηκε το 1611 ο μητροπολίτης Τρίκκης-Λαρίσης Διονύσιος Β’ ο επονομαζόμενος Φιλόσοφος ή Σκυλόσοφος, ύστερα από την αποτυχία του ένοπλου επαναστατικού κινήματος της αγροτιάς και τη σύλληψή του. Αφού τον έγδαραν μπροστά στο πλήθος, ειδικευμένοι δήμιοι σε μια πλατεία των Ιωαννίνων, παραγέμισαν το δέρμα του με άχερα και υπό τους ήχους μουσικών οργάνων, το διαπόμπευσαν στους δρόμους ντυμένο με τα αρχιερατικά άμφια. Ενάμιση αιώνα μετά, το 1772 το ίδιο μαρτύριο επιβλήθηκε στον Ιωάννη Δασκαλάκη ή Δασκαλογιάννη που είχε ηγηθεί της επανάστασης στα Σφακιά της Κρήτης

3. Ο βασανισμός στα τσεγκέλια ή τους γάντζους

Το σώμα του μελλοθανάτου υψωνόταν με τροχαλία και αφηνόταν να πέσει πάνω σε τσεγκέλια (cengel) στερεωμένα σε μόνιμο ικρίωμα, σε τοίχο ή σε ειδική βάση. Σε περίπτωση που τα τραύματα δεν ήταν καίρια έμενε καρφωμένος πολλές μέρες και πέθαινε από την αγωνία και την κακοπάθεια. Τον 16ο αιώνα αναφέρεται περίπτωση Έλληνα που είχε συνάψει σχέσεις με Ελληνίδα σύζυγο μουσουλμάνου εμπόρου ο οποίος επειδή δε δέχτηκε να αλλαξοπιστήσει ρίχτηκε στους γάντζους όπου επέζησε τρεις μέρες, οπότε κάποιος τον λυπήθηκε και τον πυροβόλησε στο κεφάλι.
Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι και τα τσεγκέλια προσιδιάζουν και αυτά περισσότερο σε μια κτηνοτροφική κοινωνία. Η παρεμφερής όμως βασανιστική εκτέλεση του διαμελισμού του μελλοθανάτου και η επίδειξη των σπαραγμάτων σε δημόσιο χώρο για καταπτόηση εχθρών και αντιπάλων, απαντάται πολύ συχνότερα στη μεσαιωνική Δύση απ’ ό,τι στους Οσμανούς. Οι τελευταίοι την επιφύλασσαν κυρίως σε αιχμαλώτους πολέμου, κατασκόπους και αρνητές της ισλαμικής θρησκείας κατά τη διάρκεια επίσημης και πανηγυρικής τελετής. Έτσι θανατώθηκε το 1808 ο Παπαθύμιος Βλαχάβας, αρχηγός του επαναστατικού κινήματος στη Θεσσαλία.
4. Το σταύρωμα
Η ρωμαϊκή ποινή του σταυρικού θανάτου επιβίωσε στους Οσμανούς. Θεωρούνταν όπως και στην αρχαιότητα ατιμωτική ποινή. Σε προηγούμενες σελίδες είδαμε στις αρχές του 15ου αιώνα να εκτελείται με αυτό τον τρόπο ο Μποκρουτζέ Μουσταφά ηγέτης του λαϊκού κινήματος που έθετε σε κίνδυνο την οσμανική εξουσία. Την άνοιξη του 1821 στην Κωνσταντινούπολη, κατά τις οργανωμένες από την κυβέρνηση οχλοκρατικές ταραχές που ακολούθησαν την είδηση για την επανάσταση που είχε ξεσπάσει, φανατικοί μουσουλμάνοι σταύρωναν πολλούς Έλληνες στα δέντρα, όπου και πέθαιναν από την αιμορραγία και τους φρικτούς πόνους (Streit, 1822: 42).

5. Το σφυροκόπημα των αρθρώσεων

Το θύμα, με συντριπτικά κατάγματα στους αρμούς των ποδιών και των χεριών, ένας πολτός οστών και σαρκών “κειτόταν εκτάδην αβοήθητο, βασανιζόταν μέρες πολλές και ξεψυχούσε από ατελείωτο μαρτύριο”. Ο θρυμματισμός των αρθρώσεων γινόταν συνήθως με την πίσω πλευρά του μπαλτά (balta) δηλαδή του τσεκουριού που ήταν εργαλείο βασανισμού και θανάτου, σύμβολο της οσμανικής εξουσίας, όπως τα παλούκια που κουβαλούσαν τα τουρκικά καταδιωκτικά αποσπάσματα. Οι οσμανοί αξιωματούχοι στερέωναν στο ζωνάρι τους και έναν μπαλτά, υπόμνηση και απειλή βασανισμών και μαρτυρικών θανάτων.

6. Το θάψιμο του καταδίκου ζωντανού

Οι μελλοθάνατοι θάβονταν όρθιοι ώς το λαιμό σε λάκκους που ανοίγονταν ειδικά γι’ αυτό το σκοπό. Έτσι, μισοπεθαμένους τους τάιζαν και τους πότιζαν με τη βία. “Τα περιττώματα και το χώμα προκαλούσαν μολύνσεις στο κορμί και ο άνθρωπος σάπιζε ζωντανός”. Αναφέρεται περίπτωση που ο κατάδικος έζησε 14 μέρες (Guer, 1747: 161-162).
8. Ο αποκεφαλισμός
Ήταν η πιο αξιοπρεπής θανάτωση με την προϋπόθεση ότι ο δήμιος θα τοποθετούσε το κεφάλι στα χέρια του νεκρού αν ήταν χριστιανός και στη μασχάλη του πτώματος αν ήταν Τούρκος. Ακόμη και σήμερα στην Τουρκία η ανάληψη από κάποιον τολμηρής πρωτοβουλίας ιδιαίτερα στο πεδίο της πολιτικής αποδίδεται με την έκφραση ότι ο ενδιαφερόμενος “έλαβε το κεφάλι του παραμάσχαλα” (kellesini koltugu altinda aldi). (…) Οι αποκεφαλισμοί γίνονταν μεμονωμένα όταν επρόκειτο για αξιωματούχους του κράτους ή για κοινούς καταδίκους και ομαδικά όταν επρόκειτο για μαζικού μέσου καταστολής δηλαδή σφαγή. Αμέτρητοι αποκεφαλισμοί Ελλήνων έγιναν στην Κωνσταντινούπολη την άνοιξη του 1821 ως αντίποινα για την ελληνική επανάσταση που είχε ξεσπάσει. Ο Άγγλος κληρικός έβλεπε κάθε μέρα ακέφαλα πτώματα κυλισμένα στο βόρβορο. Την ημέρα κατασπαράζονταν από τα όρνια και τη νύχτα από κοπάδια πειναλέων αγριόσκυλων (Walsh R., 1828: 321-322).
Τα κεφάλια των ληστών, στασιαστών, γενικότερα εχθρών του κράτους αλλά και επαρχιακών παραγόντων όπως τοπαρχών και άλλων αξιωματούχων που θανατώνονταν με σουλτανική εντολή αποστέλλονταν στην Κωνσταντινούπολη όπου εκτίθονταν στο χώρο μπροστά από την κύρια είσοδο (πύλη) των ανακτόρων. Συχνά τα κεφάλια συγκροτούσαν μακάβρια πυραμίδα από την οποία αναδυόταν απαίσια οσμή. Αναφέρεται πως καθημερινά υπήρχαν εκτεθειμένα 10-15 κομμένα κεφάλια ή και πτώματα. Περί τα μέσα του 17ου αιώνα υπήρξε περίοδος που ο αριθμός αυτός ανήλθε σε 500 κεφάλια, καρφωμένα στην άκρη λόγχης ή στοιβαγμένα με τρόπο ώστε να σχηματίζουν ένα μικρό λοφίσκο (Kocu, 1960: 13). Τα κομμένα στην επαρχία κεφάλια αποστέλλονταν στην Κωνσταντινούπολη για έκθεση σε τρίχινο τουρβά (torba) δηλαδή ταγάρι γεμάτο μέλι για να αποφευχθεί η σήψη, συνήθεια από την οποία προέρχεται και η έκφραση στη νεοελληνική “ότι έβαλε το κεφάλι του στον τορβά” (…)
Σε περίπτωση που τα κεφάλια δεν αποστέλλονταν στην Κωνσταντινούπολη, οι Οσμανοί συνήθιζαν να τα εντοιχίζουν, περιχυμένα με ασβέστη, κατασκευάζονταν μ’ αυτά μνημείο στρατιωτικής νίκης, παραδειγματισμού ή εκδίκησης. Αυτό συνέβαινε κυρίως ύστερα από βίαιη κατίσχυση της οσμανικής εξουσίας. Για παράδειγμα το 1779 εξοντώθηκαν στην Πελοπόννησο χιλιάδες Αλβανοί που λυμαίνονταν και καταδυνάστευαν την περιοχή σχεδόν επί μία δεκαετία. Μετά από την εξολόθρευσή τους έξω από την ανατολική έξοδο της Τριπολιτσάς, “έκτισαν ένα είδος πύργου” με τα κεφάλια “θέσαντες έξωθεν τα πρόσωπα”, δηλαδή κατά τρόπο ώστε να διακρίνονται οι μορφές τους. Ο αριθμός των κεφαλιών αυτών ήταν τέσσερεις χιλιάδες. Παρόμοια μνημεία έχουν κατασκευαστεί και σε άλλα σημεία της Αυτοκρατορίας, όπως αυτό που διατηρείται και σήμερα στη Νήσσα της Γιουγκοσλαβίας.
9. Απαγχονισμός και στραγγαλισμός
Το πτώμα έπρεπε να παραμείνει κρεμασμένο επί τριήμερο. Έτσι οι περίοικοι αναγκάζονταν να συγκεντρώσουν μεγάλα ποσά προκειμένου να απομακρυνθούν τα κουφάρια. Απαγχονισμοί γίνονταν
Ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ οδηγείται στην αγχόνη
και σε δέντρα, οπότε μπορούσαν να είναι ομαδικοί και από κάθε κλαδί ενός μεγάλου δέντρου να απαγχονιστεί ένας κατάδικος. Για παράδειγμα το 1673 από έναν τεράστιο πλάτανο στην πλατεία του Εντιρνέκαπου στην Κων/πολη απαγχονίστηκαν 120 γενίτσαροι που είχαν στασιάσει. Το μακάβριο αυτό δέντρο ονομάστηκε βακ-βακ που είναι μυθικό δέντρο του Ισλάμ το οποίο αντί για καρπούς έχει ανθρώπινα μέλη.

11. Ειδικά βασανιστήρια

Η αυθαιρεσία που χαρακτήριζε την οσμανική πραγματικότητα φαίνεται και από το γεγονός ότι είναι πολύ δύσκολη η απαρίθμηση όλων των ειδικών βασανιστηρίων που έχουν εφαρμοστεί. Για παράδειγμα το 1821 στην Κωνσταντινούπολη εφάρμοζαν στο μέτωπο των (Ελλήνων) κρατουμένων, ένα μεταλλικό στεφάνι και το συμπίεζαν βιδώνοντάς το σιγά-σιγά πάνω στους κροτάφους. Στο τέλος τα μάτια του θύματος έβγαιναν έξω από τις κόγχες. Στη Θεσσαλία το εργαλείο βασανισμού πυρακτωνόταν πριν εφαρμοσθεί στο κεφάλι. (…)
Εάν η μορφή του Αλή πασά από το Τεπελένι έχει αποκτήσει για την ελληνική κοινωνία διαστάσεις θρύλου δυσανάλογη ως προς τη σημασία που είχε για την οσμανική και την ελληνική ιστορία, τούτο οφείλεται στο ότι ο τοπάρχης της Ηπείρου είχε δημιουργήσει στη διοικητική του περιφέρεια επί τρεις περίπου δεκαετίες ένα καθεστώς τρόμου, φρίκης και πανικού με τα συστηματικά και πολυποίκιλα βασανιστήρια και τις μαρτυρικές εκτελέσεις των εχθρών του. (…) Έτσι, για παράδειγμα το ζεμάτισμα με καυτό λάδι αποτελούσε καθημερινό βασανιστήριο.

12. Ο φάλαγγας και ο ξυλοδαρμός

Η πιο κοινή σωματική ποινή ή βασανισμός ήταν ο φάλαγγας (falaka) (…) εφαρμοζόταν σε άντρες και μάλιστα των πενέστερων κοινωνικών στρωμάτων, εφόσον οι εύποροι συνήθως εξαγόραζαν τις ποινές. (…) Παρομοίως η νεοελληνική είναι αφάνταστα πλούσια σε λέξεις όπως βρομόξυλο, μαγκουριά, μπαγλάρωμα (από το τουρκικό baglamak, δένο), περντάχι (από το περσικόperdaht =γυάλισμα), μερεμέτιασμα (από το τουρκικό meremet= επισκευή) (…) (τ. 1, σ. 315 κ.ε.)

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Πανωραία Χατζηκώστα, η γυναίκα που αδικήθηκε από την Ιστορία…

   
Γράφει ο ΑΠΕΛΛΗΣ
Είναι η δεύτερη φορά που γράφω ένα κείμενο για την Πανωραία Χατζηκώστα. Η πρώτη, ήταν σχεδόν πριν από δύο χρόνια στην αρχή ακόμη της κρίσης. Όμως αυτή η φορά, συμπίπτει με το αποκορύφωμα της και ειδικά τώρα, που η Ελλάδα διαβαίνει πάλι το κατώφλι της ανάγκης, η αναφορά σε αυτήν γίνεται ακόμη πιο επίκαιρη.
Πανωραία! Πόσο ωραίο όνομα αλήθεια και πόσο ελληνικό. Και πως η πρόθεση «παν», όταν προηγείται μιας λέξης, αποδίδει την αίσθηση μιας ατελεύτητης και στον υπερθετικό βαθμό τονισμένης ιδιότητας που την χαρακτηρίζει. Ομολογώ, πως κάποιες φορές νιώθω σαν να έχω πάρει προσωπικά την υπόθεση της αποκατάστασης της μνήμης της Πανωραίας Χατζηκώστα. Σαν να πρόκειται για ένα δικό μου άνθρωπο, που κάποιος τον πρόσβαλλε άδικα και νιώθω την ιερή υποχρέωση να τον υπερασπιστώ από τα σκληρά βέλη της άγνοιας. 
Με λυπεί η συνεχής προσβολή της, μου φαίνεται ακατανόητη η αδικία που της επεφύλαξε ο νεοελληνικός καθωσπρεπισμός. Την συγκίνηση μου μπορώ να την κρύψω, αυτό που δεν μπορώ να κρύψω είναι τα συναισθήματα που οδηγούν τα χέρια μου στο πληκτρολόγιο. Για αυτό, σας παρακαλώ φίλοι μου, να συγχωρέσετε τη συναισθηματική φόρτιση που χρωματίζει τις λέξεις. Αυτά τα συναισθήματα μου γέννησε, όταν για πρώτη φορά διάβασα την αληθινή ιστορία της. Τόσο πολύ με άγγιξε. Μια ιστορία, που 186 χρόνια μετά παραμένει στο περιθώριο της επίσημης ιστορίας, που όσοι την διάβασαν γνωρίζουν, αλλά οι περισσότεροι ακόμη την αγνοούν.
Κάθε φορά, λοιπόν, που ακούω κάποιον να αποκαλεί την Ελλάδα «Ψωροκώσταινα» εξανίσταμαι. Σπεύδω αμέσως να διορθώσω, να εξηγήσω ότι κακώς χρησιμοποιείται αυτή η έκφραση, ότι πρόκειται για μια ιστορική απρέπεια που λίγοι γνωρίζουν. 
Και αμέσως μετά, σε κάποια άλλη περίσταση με άλλους ανθρώπους, πάλι τα ίδια. Μοιάζει σαν την Λερναία Ύδρα, που μόλις κόψεις ένα κεφάλι φυτρώνουν άλλα δύο. Τόσο πολύ έχει αλλοιωθεί η εικόνα που έχει ο μέσος Έλληνας για την πατρίδα του και για την Πανωραία Χατζηκώστα.  Με μια μόνο του φράση κάνει αθέλητα ένα διπλό κακό. Από τη μια ξεφτιλίζει την πατρίδα του και από την άλλη, χλευάζει ακούσια μια ηρωίδα. Όμως, δεν θα κουραστώ ποτέ να εξηγώ. Όσες φορές και αν χρειαστεί να το κάνω, θα λέω πως στους ψωροκώστηδες και στους ψωρογιώργηδες που μας έφτασαν έως εδώ, αξίζει ο χλευασμός και όχι στην Πανωραία.
Η ιστορία της μοιάζει με αρχαία τραγωδία. Θα σας την διηγηθώ για να κρίνετε μόνοι σας την αδικημένη αυτή γυναίκα, που μεταβλήθηκε σε αποδιοπομπαίο τράγο, για να της φορτώνουμε μέχρι σήμερα  όλες τις δικές μας αμαρτίες.
Η Πανωραία ήταν κάποτε αρχόντισσα των Κυδωνιών, του Αϊβαλιού, και σύζυγος του πάμπλουτου Αϊβαλιώτη εμπόρου Χατζηκώστα. Φημιζόταν, όχι μόνο για τα πλούτη του άνδρα της, αλλά και για τα δικά της και ακόμη για την υπέροχη ομορφιά της.
Όταν οι Τούρκοι πυρπόλησαν την πόλη του Αϊβαλί, από εκδίκηση για την επανάσταση των Ελλήνων στην Ελλάδα, έσφαξαν πολλούς άνδρες και γυναικόπαιδα. Η Πανωραία είδε, τότε, να σφάζουν οι Τούρκοι μπροστά στα μάτια της τον άνδρα και τα παιδιά της. Η οδύνη σάλεψε το λογικό της. Ανάμεσα σε αυτούς που σώθηκαν, ήταν τελικά και εκείνη. Για καλή της τύχη ένας ναύτης την βοήθησε και την ανέβασε μαζί με άλλους πρόσφυγες σε ένα καράβι, που την ξεμπάρκαρε στα Ψαρά. 
Εκεί, την αναγνώρισε ο ομοιοπαθής της Βενιαμίν ο Λέσβιος, την πήρε υπό την προστασία του και τον ακολούθησε στην Πελοπόννησο. Στο ελεύθερο Ναύπλιο, ο Βενιαμίν παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει, και η Πανωραία, που ήταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία, πτωχή πια, άρχισε να ξενοπλένει. 
Ἡ Πανωραία στή μορφή ἀλλά καί στήν ψυχή, ἀδιαφορώντας γιά τά προσωπικά της προβλήματα πῆρε ὑπό τήν προστασία της παιδιά ὀρφανά, γιά νά τά μεγαλώσει καί νά ἁπαλύνει τόν πόνο τους.  
Αργότερα, με σαλεμένο σχεδόν το μυαλό της, ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου. Αὐτήν τή ζητιάνα ἀντίκρυσαν τά ἀλητάκια τῆς παραλίας καί περιπαικτικά τήν ἀποκάλεσαν «η Ψωροκώσταινα», λόγω της μεγάλης φτώχειας της. Είναι φορές, που οι ανατροπές της ζωής ξεπερνούν ακόμη και τα μυθιστορήματα.
Μια Κυριακή, λοιπόν, του 1826, η ερανική επιτροπή έστησε ένα τραπέζι στην πλατεία του Ναυπλίου, προκειμένου να μαζέψει χρήματα για τον ανεφοδιασμό του πολιορκούμενου Μεσολογγίου. Μάταια η επιτροπή περίμενε τους δωρητές να προσφέρουν τον οβολό τους. Κανείς δεν έκανε το πρώτο βήμα. Ὁ σοφός δάσκαλος Γεώργιος Γεννάδιος κραυγάζει: «Τό Μεσολόγγι χάνεται. πατρίς καταστρέφεται, γών ματαιοται, λευθερία κπνέει. παιτεται βοήθεια σύντονοςς δώσει καστος ,τι χει καί δύναται…» 
Τότε, και ενώ όλοι περίμεναν τους προύχοντες πρώτους να κάνουν την κίνηση, η Πανωραία πλησίασε αδίστακτα στο τραπέζι και άφησε πάνω του όλη της την περιουσία. Όλη της την ζωή. Σαν την πτωχή χήρα του Ευαγγελίου, που μακάρισε ο Χριστός για το δίλεπτο της, άφησε το μοναδικό κειμήλιο της προηγούμενης ευτυχισμένης ύπαρξης της, ένα ασημένιο δαχτυλίδι. 
Η πλύστρα Χατζηκώσταινα είπε ταπεινά: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».
Ύστερα από αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος μέσα από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της».
 Αμέσως μετά, το θιγμένο φιλότιμο πήρε και έδωσε. Βροχή άρχισαν να πέφτουν πάνω στο τραπέζι λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν η μεγάλη συνέχεια της μικρής προσφοράς της πτωχής πλύστρας Χατζηκώσταινας.
 Τελικά το Μεσολόγγι δεν σώθηκε, ποιος όμως θα μπορούσε να φανταστεί πως ο ασήμαντος οβολός της Πανωραίας, θα αφύπνιζε το εθνικό φιλότιμο που θα βοηθούσε την πόλη να αντισταθεί για ένα περίπου χρόνο, αλλάζοντας σχεδόν τον ρου της ιστορίας και των επιγενομένων της; 
Ασήμαντες πράξεις, θα πείτε, με τεράστιες όμως συνέπειες.
Έπειτα από το περιστατικό του εράνου στο Ναύπλιο, όταν έφτασε ο Κυβερνήτης Καποδίστριας στην Ελλάδα, τη συμμάζεψε από τους δρόμους και όταν ίδρυσε το Ορφανοτροφείο, η Πανωραία, που είχε γίνει πλέον γνωστή με το παρανόμι «Ψωροκώσταινα», προσφέρθηκε χωρίς καμιά πληρωμή, να πλένει τα ρούχα των ορφανών παιδιών των αγωνιστών της Επανάστασης. 
Τά παιδιά τοῦ ὀρφανοτροφείου τήν ἔκλαψαν σάν μάνα τους, όταν μετά από λίγο πέθανε, κι ἔτσι τήν παρέδωσαν στήν αἰώνια κατοικία της. Ακούτε φίλοι μου;
Κάπου εδώ, όμως, τελειώνει και η ζωή αυτής της βασανισμένης γυναίκας. 
Έπειτα, άρχισε και η παραχάραξη της ιστορίας της. Είδαμε, πως η Πανωραία από Χατζηκώσταινα έγινε Ψωροκώσταινα. 
Πώς όμως το όνομα αυτό συνδέθηκε με την Ελλάδα; 
Η θλιβερή αυτή «έμπνευση» οφείλεται, σε ποιον άλλο, από έναν εθνοπατέρα. 
Σε μια λοιπόν συνεδρίαση της Συνέλευσης, θέλοντας να πει για τη φτώχεια του Ελληνικού Δημοσίου, το παρομοίασε με την πασίγνωστη ζητιάνα του Ναυπλίου. 
Από τότε η λέξη επαναλήφθηκε στις συζητήσεις και τελικά επικράτησε. 
Μόνο που, όταν λέγεται τώρα δεν εννοεί μόνο το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά και ολόκληρη την χώρα.
 Η ιστορία δεν διέσωσε το όνομα του βουλευτή, ασέλγησε όμως πάνω στο «παρανόμι» της Πανωραίας. 
Έτσι, η μορφή με την οποία αυτή η ηρωική ψυχή έμεινε γνωστή στο πανελλήνιο, δεν είναι η εικόνα της διάπυρης από πατριωτισμό ηρωίδας, αλλά η καρικατούρα μιας τρελής ζητιάνας.
Θα μου πει κάποιος και με το δίκιο του: Μα εδώ ολόκληρο Κολοκοτρώνη έκλεισαν στην φυλακή, ολόκληρο θεριό τον Νικήτα Σταματελόπουλο άφησαν μισότυφλο να πεθάνει στην ψάθα, για την Πανωραία θα νοιάζονταν; 
Σωστά, θα του απαντούσα, αλλά μόνο σε ό,τι αφορά αυτούς που τους χαρακτηρίζει η αχαριστία και ο άκρατος καιροσκοπισμός, και όχι τον φιλότιμο και δίκαιο ελληνικό λαό στον οποίο και απευθύνεται αυτό το κείμενο.
Βλέπω με τα μάτια της φαντασίας την Πανωραία μαζί με τις άλλες ηρωίδες, την Μπουμπουλίνα, την Μαυρογένους, την Τζαβέλαινα, την Βισβίζη, να κοιτούν από ψηλά την δοκιμαζόμενη Ελλάδα. 
Όμως, τώρα η Πανωραία δεν φορά πλέον τα κουρέλια της, δεν έχει άγρια αχτένιστα μαλλιά. Εκεί που βρίσκεται, η μορφή της είναι λουσμένη στο φως και η ηλικία της κρατάει ανθισμένη την ομορφιά της νιότης. 
Αρχόντισσα σωστή, φοράει στο κεφάλι την λευκή μαντίλα της με τα ωραία πλουμιστά σχέδια, το βελούδινο βυσσινί γιλέκο με τα χρυσοκέντητα στολίδια και τη μακριά της ατλαζένια φούστα με τις βαθιές πτυχώσεις. 
Μόνο, που κάθε φορά, όταν κάποιος την αποκαλεί ψωροκώσταινα, την βλέπω να φέρνει με αναστεναγμό το δεξί της χέρι ψηλά στο στήθος, στη θέση της καρδιάς, όπου μπήγεται σαν μαχαίρι ο αχάριστος λόγος.
Σκέφτομαι, πως η αχαριστία απέναντι στους μεγάλους και στους μικρούς ήρωες μας, είναι η κυρίως υπεύθυνη για τη σημερινή μας κακοδαιμονία. Αυτή η αχαριστία ισοδυναμεί με την λήθη.
 Η λήθη τροφοδοτεί την άγνοια και η άγνοια την εθνική μας ταλαιπωρία. Η αχαριστία απέναντι στους ήρωες, είναι μια αυτοεκπληρούμενη κατάρα που αργά ή γρήγορα επιπίπτει δικαίως επί των κεφαλών μας. 
Η τιμή προς τους ήρωες, αντίθετα, στηρίζει τη συλλογική μνήμη και ενισχύει την εθνική συνείδηση των λαών.
Η στάση της Πανωραίας είναι ελεγκτική για τους τότε και τους νυν προύχοντες και Βουλευτές. Είναι η φωνή της συνείδησης που ψιθυρίζει μέσα στα αυτιά, για να ενοχλεί τον εφησυχασμό και την φιλοχρηματία τους. Αυτοί οι ίδιοι που ονόμασαν και ονομάζουν την Ελλάδα «Ψωροκώσταινα», είναι εκείνοι που στέλνουν τα χρήματα τους στην Ελβετία. 
Αυτοί, που κατά ομολογία τους ηγούνται ενός λαού διεφθαρμένων και τεμπέληδων, είναι οι ίδιοι ακάματοι εργάτες της αρπαχτής και της αναξιοπιστίας.
Αυτοί, που ζητούν θυσίες από τις κάθε λογής πτωχές Πανωραίες, αλλά συνεχίζουν να αρνούνται τον δικό τους οβολό για τη σωτηρία της πατρίδας.
 Αλίμονο! Αυτή η χώρα πέπρωται να σώζεται πάντα από τους Μικρούς ήρωες της και από τους άγνωστους στρατιώτες της.

Κλείνω αυτό το λόγο για την Πανωραία Χατζηκώστα, απευθύνοντας, για πρώτη φορά από κείμενο μου, μια έκκληση σε κάθε καλοπροαίρετο Έλληνα και Ελληνίδα. 
Να βοηθήσει, όσο μπορεί στις συναναστροφές του, για την ιστορική αποκατάσταση της Πανωραίας και της αλήθειας. Να εξηγήσει την αυταπάρνηση που έδειξε αυτή η μεγάλη ψυχή, που της αξίζει κάθε τιμή και σεβασμός. 
Τέλος, να βάλει ένα χέρι για να εξαφανίσουμε από το λεξιλόγιο μας την έκφραση «Ψωροκώσταινα», που ντροπιάζει εμάς και υποτιμά την χώρα μας.
Βιβλιογραφία:
«Λεξικό Λαϊκής Σοφίας», Τάκη Νατσούλη-Εκδ. Σμυρνιωτάκη, σελ. 581.
Ευ. Δαδιώτης, «Αιγαιοπελαγίτικα» τεύχος 13

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Πρόσφυγες του 1922, Σμύρνη, Αθήνα, Πειραιάς (George Magarian)

 

Ένα ξεχασμένο ντοκουμέντο ιστορικής αξίας από την καταστροφή της Σμύρνης, το 1922, κινηματογραφήθηκε με κάμερα 35mm σε Σμύρνη, Αθήνα και Πειραιά και βρήκε νέα ψηφιακή ζωή το 2008.

Ο George Magarian, δημιουργός του «ντοκιμαντέρ» εποχής, γεννήθηκε το 1895 και σπούδασε στο «Αμερικανικό Κολλέγιο» στο Ικόνιο (Konya) της Τουρκίας. Αργότερα, διατέλεσε διευθυντής στο παράρτημα του Ικονίου της ΧΑΝ (Χριστιανική Αδελφότης Νέων, ΧΑΝΘ για τη Θεσσαλονίκη, γνωστή ως YMCA, Young Men Christian Association και ΧΕΝ=Χριστιανική Ένωσις Νεανίδων, YWCA, Young Women Christian Association το γυναικείο τμήμα).

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

Τα θεραπευτικά όνειρα της Επιδαύρου



Εκτός από την ησιόδεια Θεογονία (212 κ.ε.), που θέλει τα όνειρα τέκνα της ερεβώδους Νύκτας, υπάρχει και η παράδοση που αναφέρει ο Ευριπίδης (Εκάβη, 7 κ.ε.), σύμφωνα με την οποία τα όνειρα είναι φύτρα της Γης. Όχι της Γης η οποία είναι «πάντων έδος ασφαλές αιεί» (Ησιόδου Θεογονία, 117) αλλά της τρομερής Χθονός, που κλείνει στον κόρφο της όλους τους νεκρούς. Η εκδοχή ετούτη δεν αντιτίθεται στη νυκτερινή καταγωγή της φυλής των ονείρων. Και οι δυο αναπαρα­στάσεις σηματοδοτούν ένα όριο πέραν του οποίου είναι η ανυπαρξία, το σκοτάδι.
Η χθόνια προέλευση των ονείρων είναι το μυθικό αίτιο της εγκοίμησης. Την εγκοίμηση γνώριζαν οι Ασσυριοβαβυλώνιοι και οι Αιγύπτιοι· στον ελλαδικό χώρο συναντά­ται ήδη από την εποχή των Ομηρικών Επών. Είναι η τελετουργική κατάκλιση κατά γης σε έναν καθορισμένο ιερό χώρο, εν αναμονή ονει­ρικής συνάντησης και επικοινωνίας με προγόνους, ηρωποιημένους νεκρούς και γενικά με χθόνιες θεότητες. Αποσκοπεί στη γνώση του μέλλοντος ή ενέχει ιατρομαντικό αίτημα. Διότι η γη είναι πρωτεύουσας σημασίας και στο πε­δίο της ιατρικής. Βλασταίνει τα θεραπευτικά βότανα· από τα σπλάχνα της βγαίνουν τα μέταλλα και τα πετρώματα που εκπέμπουν ζωτι­κές δυνάμεις.
Έτσι, ίσως, συνδέονται εν μέρει τα όνειρα με την ιατρική. Όσο για τη συγγένεια μεταξύ ιατρικής και μαντικής, τα ιπποκρατικά κείμενα επισημαίνουν ότι είναι ομοαίματες αδελφές, κόρες και οι δυο του Απόλλωνα. Ο Απόλλωνας όμως κινείται στον ευρύτερο χώρο των επιδημιών, αφήνοντας κάθε κλινική παρέμ­βαση στον χθόνιο γιο του, τον Ασκληπιό, ο οποίος «τους λύτρωνε όλους κι απ’ το κακό τους γιάτρευε· ή με ξόρκια ή ξαρρωστικό τους έδινε να πιούνε· άλλους με αλοιφές τους τύλιγε τα μέλη ή τους αναστήλωνε με το νυστέρι» (Πινδάρου Πυθιονίκων III, 47 κ.ε).
Ασκληπιός, Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου.
Υπέρτατος ιατρός, ο Ασκληπιός είναι κι αυ­τός γνωστός από τα ομηρικά χρόνια, όταν τόσο οι αρρώστιες όσο και η ίασή τους είχαν αυτόνο­μη υπόσταση, όταν το θεϊκό στοιχείο εμφανιζόταν μοιραία επί σκηνής. Από τον 5ο π.Χ. αιώνα κι ύστερα, δανείζει το όνομά του στα θεραπευτικά ιερά. Λίγο αργότερα θα αρχίσει να αναπτύσσε­ται η ορθολογική ιατρική, που δεν αναζητά τις αιτίες των δυσλειτουργιών του σώματος στη σφαίρα του υπερφυσικού. «Όλες (οι αρρώστιες) είναι θεϊκές και όλες τους είναι ανθρώπινες. Η κάθε αρρώστια έχει τη δική της φύση και τη δική της δύναμη και απέναντι σε καμία δεν μένουμε αμήχανοι και ανίκανοι να βρούμε μια διέξοδο» (Ιπποκρ. Περί ιερής νούσου, 21).
Αρέσκονται όμως οι ιπποκρατικοί να τους απο­καλούν ασκληπιάδες, και τονίζουν ότι « έργο της ιατρικής είναι: να διώχνει τελείως από τους αρ­ρώστους ό,τι τους κάνει να υποφέρουν, να αμβλύνει τη σφοδρότητα των ασθενειών τους και, ακόμη, με πλήρη συνείδηση πως η ιατρική δεν έχει τη δύναμη να κάνει το παν, να μην επεμβαί­νει στις περιπτώσεις που οι άρρωστοι έχουν πια τελείως νικηθεί από την αρρώστια τους» (Ιπποκρ. Περί τέχνης, 3). Τότε η κοσμική ιατρι­κή διεκδικούσε σαφώς τη γνώση ως διάγνωση, αλλά δεν αξίωνε να έχει το μονοπώλιο της θερα­πείας. Ένας ολόκληρος χώρος έμενε ελεύθε­ρος, όπου λειτουργούσε, οριοθετημένη, η ιατρι­κή των ναών.
Από την κλασική έως τη μεταχριστιανική αρ­χαιότητα άνθισαν πάνω από τριακόσια θεραπευτικά ιερά, αφιερωμένα στον Ασκληπιό ή σε δευ­τερεύουσες χθόνιες θεότητες. Εκεί προσέτρεχαν ασθενείς ανεξαρτήτως κοινωνικής υπόστα­σης. Άλλοι άρρωστοι, εγκαταλελειμμένοι από τους κοσμικούς γιατρούς, εναπέθεταν την ύστατη ελπίδα τους, έστω και με κάποια αδιό­ρατη επιφύλαξη, στο θαύμα. Οι περισσότεροι προσδοκούσαν τη θεϊκή παρέμβαση με φλογε­ρή και ακράδαντη πίστη. Η σχέση με τη θερα­πευτική θεότητα ήταν στενά προσωπική. Η ίαση είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας θρησκευτικής εμπειρίας. Όμως τα κατά τόπους ευρήματα (ια­τρικά εργαλεία, σκεύη κ.ά.) και το επιγραφικό υλικό ωθούν στην υπόθεση ότι το ιερατικό προ­σωπικό δεν ήταν άμοιρο ιατρικών και φαρμακο­λογικών γνώσεων. Πρέπει μάλιστα να γίνονταν και κάποιες, απλές ίσως, χειρουργικές επεμβά­σεις.
Το πλαίσιο της όποιας δραστηριότητας όμως παρέμενε πάντα το τελετουργικό της εγκοίμησης ώσπου, με την πάροδο των αιώνων, τα σεπτά θεραπευτήρια εξελίχθηκαν βαθμιαία σε ιαματικά θέρετρα, σε τόπους συνάντησης φι­λάσθενων λογίων και ρητόρων, χωρίς όμως να αποβάλουν εντελώς την αλλοτινή θρησκευτική τους ατμόσφαιρα.
Ανάγλυφο αφιέρωμα του Αρχίνου στον Αμφιάραο. Ο άρρωστος κοιμάται, ενώ ένα φίδι τον γλείφει. Στο πρώτο πλάνο ο Αμφιάραος του γιατρεύει τον ώμο. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Οι ιεροί χώροι του αρχαίου κόσμου έκλεισαν οριστικά το 426 μ.Χ., με το διά­ταγμα του Θεοδοσίου Β’. Οι θεραπευτικές όμως ιδιότητες του Ασκληπιού ενσωματώθηκαν στη νέα θρησκεία σε πρόσωπα Αγίων. Μεταξύ των ασκληπιείων, η Επίδαυρος έχαιρε ξεχωριστής αίγλης. Προφανώς λόγω του πανελλήνιου χαρακτήρα του ιερού και της κο­σμοσυρροής, οι προκαταρκτικές πράξεις (θυ­σίες, προσφορές, καθαρμοί) που απαιτούσε η εγκοίμηση ήταν απλουστευμένες.
Η στοά του Αβάτου αναστηλωμένη (άποψη από τα ανατολικά). Φωτογραφία, Υπουργείο Πολιτισμού.
Στο Άβατο, το στωικό οικοδόμημα που μια από τις πλευρές του άνοιγε στο τέμενος του Ασκληπιού, μπο­ρούσαν να κατακλιθούν περισσότεροι από ογδόντα πάσχοντες. Το διώροφο Καταγώγειο αριθμούσε εκατόν εξήντα δωμάτια, όπου έβρι­σκαν κατάλυμα πανηγυριστές ή άλλοι ικέτες, οι οποίοι περίμεναν τη σειρά τους να κοιμηθούν στην ονειρογόνο γειτνίαση του ναού. Στον ιερό περίβολο έβλεπε κανείς κάθε λογής αναθήματα, δηλαδή γλυπτά, σμιλεμένα ανάγλυφα και πινά­κια. Από αυτά πολλά ήταν ενεπίγραφα και απει­κόνιζαν την πάθηση που είχε οδηγήσει τους ασθενείς στην Αργολίδα˙ τα αφιέρωναν στο θεό, αποχωρώντας θεραπευμένοι και ευγνωμονούντες. Ήταν τα λεγόμενα τυπία, παρόμοια με τα σημερινά, τάματα που αφήνουν οι προσκυνη­τές στην Παναγία της Τήνου, σε αναγνώριση κά­ποιου θαύματός της. Μπορούσαν να προμηθευτούν τα τυπία στα μικρομάγαζα που υπήρχαν για το σκοπό αυτό γύρω από το ιερό.
Οι ανασκαφές στην Επίδαυρο άρχισαν τη δεκαετία του 1880 και γρήγορα έφεραν στο φως, πίσω από το ιερό φρέαρ του Ασκληπιού, τοποθε­τημένες στον τοίχο προς την ανατολική πλευρά της στοάς, λίθινες πλάκες στις οποίες αναγρά­φονταν περιστατικά εγκοίμησης. Ο Παυσανίας είδε έξι τέτοιες πλάκες στημένες στο ύπαιθρο, κοντά στο Άβατο. Σήμερα σώζονται τέσσερις, εκ των οποίων οι δυο είναι ακέραιες, ενώ οι άλλες δυο σώζονται σε θραύσματα και δεν μπορούν να διαβαστούν διακρίνονται μόνο κάποια ονόματα ασθενών και παθήσεων.
Ο Αμυνος και μια κνήμη με κιρσό. Αναθηματικό ανάγλυφο (αρχές του 4ου αιώνα π.χ.) του Λυσιμαχίδη. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Οι δυο λίθινες πλάκες βρίσκονται σήμερα στο τοπικό μουσείο. Χρονο­λογούνται στο δεύτερο μισό του 4ου π.Χ. αιώνα και αναφέρουν είκοσι και είκοσι τρία ιάματα αντί­στοιχα. Η γραφή είναι αρχαϊκή και η διάλεκτος δωρική κοινή. Το ύφος είναι λακωνικό: «Ο τάδε ήλθε με την τάδε πάθηση, κοιμήθηκε στο Άβατο, είδε το εξής όνειρο, κατέβαλε τα ίατρα και απήλ­θε υγιής».
Κατά την εκτίμηση των αρχαιολόγων, η επιλογή των ιαμάτων γινόταν από τους ιερείς. Συχνά η επιλογή αυτή είχε ως κριτήριο την ψυχι­κή και πνευματική ανάταση των εγκοιμωμένων, τη γενικότερη υποβλητική ατμόσφαιρα, ή ακόμη και την προπαγάνδα του ιερού. Παρόμοια εντύπωση αφήνει η ανάγνωση των αρχείων που κρα­τούνται στο καθολικό ιερό της Λούρδης, και τα οποία καταγράφουν τα περιστατικά που η Εκκλησία και η ιατρική επιστήμη αναγνωρίζουν επίσημα ως θαύματα. Στην πλειονότητά τους, τα ιάματα μνημο­νεύουν το όνομα του ασθενούς. Είναι πιθανό ότι το ιερατικό προσωπικό αντλούσε υλικό από τις ευχαριστήριες επιγραφές των πινακίων που αφιέρωναν οι ικέτες φεύγοντας. Σε μια περίπτωση αναφέρεται αυτολεξεί η επιγραφή που συνόδευε το ανάθημα: «Δεν είναι θαυμαστό το μέγεθος της πινακίδας, αλλά ο θεός επειδή η Κλειώ κουβαλούσε το βάρος στην κοιλιά της πέντε χρόνια, ώσπου κοιμήθηκε στο ναό και ο θεός της έδωσε την υγεία της» (μ. 87,1).
Όσον αφορά στα ανώνυμα ιάματα, μπορεί να προέρχονται από την προφορική παράδοση, δηλαδή να πρόκειται για παλαιότερες ιστορίες που διαδίδονταν από στόμα σε στόμα. Στις λίθινες πλάκες διαβάζουμε και ένα επώνυμο περι­στατικό, που πρέπει να ανάγεται στους περσικούς πολέμους:
«Η Αρισταγόρη από την Τροιζήνα. Αυτή είχε σκουλήκι στην κοιλιά της, και κοιμήθηκε στο ναό του Ασκληπιού στην Τροιζήνα και είδε ένα όνειρο. Της φάνηκε ότι οι γιοι του θεού, ενώ ο ίδιος δεν ήταν παρών, αλλά βρισκόταν στην Επίδαυρο, της έκοψαν το κεφά­λι, αλλά, επειδή δεν μπορούσαν να το ξαναβά­λουν στη θέση του, έστειλαν κάποιον στον Ασκληπιό για να τον καλέσει να έλθει. Στο μετα­ξύ ξημέρωσε και ο ιερέας είδε καθαρά το κεφά­λι της κομμένο απ’ το σώμα. Όταν ήλθε η νύχτα, η Αρισταγόρη είδε ένα όραμα. Της φάνηκε ότι ο θεός ήλθε από την Επίδαυρο και στερέωσε το κεφάλι της στον τράχηλο της. Ύστερα άνοιξε την κοιλιά της, έβγαλε το σκουλήκι και την ξανάραψε. Έπειτα από αυτό η γυναίκα έγινε καλά». (μ. 87, 23).
Το περιστατικό αυτό το αναφέρει σχεδόν αυτούσιο ο Ίππων από το Ρήγιο, τον οποίο μνημονεύει ο Αιλιανός στο τέλος του 2ου μ.Χ. αιώ­να. Εκ πρώτης όψεως, η καταγραφή δεν μοιά­ζει να υπακούει σε κάποιο σύστημα. Ίσως συ­γκεντρώνονται στην πρώτη λίθινη πλάκα τα πιο εντυπωσιακά ιάματα πρώτα – ενώ η ίδια η πά­θηση εντυπωσιάζει, σαν να προήλθε από θαύμα. Στη συνέχεια όμως η ακολουθία των περιστατι­κών ποικίλλει, πιθανώς για να αποφευχθεί η μο­νοτονία. Οι λίθινες πλάκες αποτελούν πολύτιμη μαρ­τυρία για τους μελετητές. Δίνουν τοπογραφικές, αρχιτεκτονικές, δημογραφικές, νοσογραφικές και ιατροφαρμακολογικές πληροφορίες, λεπτο­μέρειες για το καθαυτό δρώμενο και για τη λει­τουργία των ονείρων κατά την εγκοίμηση.
Η πε­ριοχή του Άβατου ήταν δενδροφυτεμένη (μ. 87, II), ενώ ήταν χαμηλόσκεπη η είσοδος στους ιε­ρούς χώρους της εγκοίμησης. Ο ικέτης μπορού­σε να κοιμηθεί και αλλού, όχι αποκλειστικά στο Άβατο (μ. 87, 17), και να ονειρευτεί ο ίδιος ή δι’ αντιπροσώπου (μ. 87, 7’21’ ’24). Από τα σαράντα τρία ιάματα, είκοσι οκτώ αφορούν άνδρες, ένδε­κα γυναίκες, τρία παιδιά. Να υποθέσουμε ότι η υγεία των γυναικών ήταν άνευ σημασίας; Οι γυ­ναίκες απευθύνονταν στον Ασκληπιό κυρίως για ανωμαλίες κατά την κύηση ή για προβλήματα στειρότητας. Και σαν από σύμπτωση, όλες εκτός από μια (μ. 87, 2) γεννούν αγόρι, το κατ’ εξοχήν παιδί. Εκτός από μερικές εξαιρέσεις, οι ικέτες του θεού δεν φαίνονται να πάσχουν από οξείας μορφής ασθένειες.
Παρουσιάζουν λει­τουργικές παθήσεις, ψυχοσωματικές όπως θα λέγαμε σήμερα: στομαχικές διαταραχές, δερμα­τικά νοσήματα, ρευματικούς πόνους, πονοκεφά­λους, αϋπνίες, αλαλίες, ψυχοκινητικά προβλήμα­τα. Για να θεραπευθούν από αυτές έρχονται να ονειρευτούν τον Ασκληπιό. Τα όνειρά τους σκια­γραφούν με γλαφυρό τρόπο την προσωπικότητά του, τις μεταπτώσεις του χαρακτήρα του. Οικείος, χαριεντίζεται, συνήθως είναι ήπιος, αλ­λά του συμβαίνει και να θυμώνει, μπορεί να συγ­χωρεί τους απίστους, ξέρει να διεκδικεί την αμοιβή του, τον αφοπλίζει ο αυθορμητισμός των παιδιών, ώστε δεν τους ζητάει ίατρα. Και, κυ­ρίως, τους θεραπεύει την ώρα που κοιμούνται και ονειρεύονται στο Άβατο.
Πώς λειτουργούν τα όνειρα που διηγούνται οι λίθινες πλάκες της Επιδαύρου; Κατ’ αρχήν, είναι όνειρα επιθυμίας. Κάθε πιστός θέλει να ονειρευτεί το θεό του αυτοπροσώπως. Και είναι πολύ φυσικό να τον ονειρεύεται. Το ότι ο πά­σχων πιστός θέλει να τον γιατρέψει ο θεός είναι επίσης φυσικό το να γιατρεύεται όμως πράγ­ματι καθ’ ύπνον είναι υπερφυσικό, αποκτά υφή «θαύματος», δηλαδή αφήνει τους πάντες κατά­πληκτους, θα μπορούσαμε να τα ονομάσουμε και μεταβιβαστικά (με την ψυχαναλυτική έννοια του όρου) όνειρα. Ο Ασκληπιός γίνεται έτσι θε­ραπευτικό αντικείμενο μεταβίβασης, και το ίδιο το όνειρο δρα ως θεραπευτικό αντικείμενο, αφού η ίαση τελείται στο χωροχρόνο του.
Αναθηματικό ανάγλυφο. Ο Ασκληπιός και η Υγεία επισκέπτονται μια πάσχουσα γυναίκα(4ος αιώνας π.χ.). Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιά.
Τα επιδαύρια όνειρα, κατ’ εντολήν του δη­μιουργού τους, είναι προμελετημένα. Τον 19ο αιώνα, ο Hervey De Saint Denys περιέγραφε τους ποικίλους τρόπους για να παραγάγει κα­νείς ένα όνειρο, έως και να προκαλέσει επακρι­βώς το περιεχόμενό του. Πέραν της πίστης των ασθενών και της άκρατης επιθυμίας τους να γιατρευτούν, μέσα υποβολής για να δουν τα συγκεκριμένα όνειρα ήταν βεβαίως οι προπα­ρασκευαστικές τελετές, η θέα των αναθημά­των, αλλά και η «ψυχική μόλυνση», φαινόμενο γνωστό στη συλλογική ψυχολογία.
Τα επιδαύ­ρια όνειρα είναι σωματικά όνειρα. Σχηματίζονται από ένα άκρως συνειδητό ημερήσιο κατά­λοιπο: την αισθητηριακή αντίληψη της πάθη­σης. Εν προκειμένω, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η θεωρία των αρχαίων, σύμφωνα με την οποία τα όνειρα διαμορφώνονται από σωματικά ερεθίσματα, επικράτησε επί αιώνες, έως το 1900 που ο Φρόυντ εισήγαγε την τομή.
Τηρουμένων των αναλογιών, ως σωματικά όνει­ρα, μοιάζουν με τα τραυματικά όνειρα, για τα οποία η ψυχαναλυτική θεωρία λέει ότι επαναλαμβάνουν την οδυνηρή πραγματικότητα του ψυχικού τραύματος, με τελικό σκοπό να την αποκαταστήσουν, να την αλλάξουν μέσω της μεθύστερης επεξεργασίας τους κατά τη διάρ­κεια της ψυχαναλυτικής αγωγής. Έτσι και τα επιδαύρια όνειρα, επαναφέροντας αυτούσια τη συνθήκη της πάθησης, στοχεύουν στην ανάρρωση, την αποκατάσταση της προηγούμενης υγιούς κατάστασης του ικέτη, μέσω της θεϊκής παρέμβασης, στο πλαίσιο του τελετουργικού της εγκοίμησης.
Τα επιδαύρια όνειρα είναι εναργή ενύπνια, καθαρά. Δεν χρήζουν ερμηνείας. Δεν φαίνεται άλλωστε να υπήρχαν ονειροκρίτες στο ιερό. Χρέη ερμηνείας τελεί καθαυτή η όψη τους. Είναι όνειρα-εικόνες. Στην αφύπνιση πιστοποι­είται αμέσως η απόβαση του ονείρου και, ακα­ριαία, η σωματική μεταλλαγή: «Ο Αλκέτας ο Αλικός. Αυτός ήταν τυφλός και είδε ένα όνειρο. Του φάνηκε πως ο θεός τον πλησίασε και με τα δάχτυλα του άνοιξε τα μάτια και το πρώτο που είδε ήταν τα δένδρα στο ιερό. Σαν ξημέρωσε έφυγε υγιής» (μ. 87, 18). Συχνά, όπως εδώ, είναι βουβά όνειρα. Ο θεός εκτελεί χωρίς λόγια.
Άλλοτε πάλι γίνεται απ’ ευθείας διάλογος με τον Ασκληπιό: «Η Ιθμονίκη από την Πελλήνη πήγε στο ιερό για να γεννήσει παιδί. Της φάνηκε ότι ζητούσε από το θεό να μείνει έγκυος με κό­ρη και πώς ο Ασκληπιός είπε ότι ήταν έγκυος κι ότι αν ζητούσε κάτι άλλο θα της το έκανε κι αυ­τό. Εκείνη όμως απάντησε ότι δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο. Όταν έμεινε έγκυος κυοφορούσε τρία χρόνια, ώσπου πήγε στο θεό ικέτις για να γεννήσει. Όταν κοιμήθηκε είδε ένα όραμα. Της φάνηκε ότι ο θεός τη ρώτησε αν δεν είχε λάβει όσα είχε ζητήσει κι αν δεν ήταν έγκυος για το­κετό δεν είχε πει τίποτα κι ας την είχε ρωτήσει αν χρειαζόταν τίποτε άλλο για να της το δώσει κι εκείνο. Αφού όμως τώρα είχε έλθει ως ικέτις σ’ αυτόν για τον τοκετό, θα της έκανε κι αυτή τη χάρη. Αμέσως μετά αυτή βγήκε από το Άβα­το και μόλις βρέθηκε έξω από ιερό γέννησε μια κόρη», (μ. 87, 2).
Ο Ασκληπιός εκτελεί αυστη­ρά, κατά γράμμα, την ονειρική επιθυμία στον ενεστώτα χρόνο της, στο παρόν. Απέχει από οποιαδήποτε προβολή στο μέλλον. Δεν ερμη­νεύει το αίτημα. Τα περισσότερα όνειρα είναι δίχως σύμβολα. Κάποιες φορές όμως, αντί του Ασκληπιού ή μαζί του, εμφανίζεται ένα ιερό του σύμβολο, το φίδι, ή ένα ωραίο παλικάρι και, σιωπηλά, επεμβαίνουν θεραπευτικά στη θέση του. Δεν είναι τυχαία αυτά τα όνειρα. Είναι όνει­ρα στείρων γυναικών (μ. 87, 31’ 39’ 42) και ενός άνδρα που έχει πρόβλημα στα γεννητικά του όργανα (μ. 87, 14) – βρισκόμαστε δηλαδή στο χώρο της σεξουαλικότητας: «Η Νικασιβούλη από τη Μεσσήνη για να αποκτήσει παιδιά. Εγκοιμώμενη είδε ένα όνειρο. Της φάνηκε ότι ο θεός πλησίασε με ένα φίδι που σερνόταν πίσω του και αυτή συνουσιάστηκε με εκείνο το φίδι. Μέσα σε ένα χρόνο απέκτησε δυο αγόρια» (μ. 87, 42). «Ένας άνδρας, με πέτρα στο γεννητικό του όργανο, είδε ένα όνειρο. Του φάνηκε ότι συνουσιαζόταν με ένα όμορφο παιδί, και έπαθε ονείρωξη, με αποτέλεσμα να βγάλει την πέτρα. Την πήρε και έφυγε, κρατώντας την στα χέρια του» (μ. 87, 14).
Ο Πάνδαρος, ξυπνώντας, κρατάει τον κε­φαλόδεσμο του ονείρου του με τα στίγματα που είχε στο πρόσωπο του πηγαίνοντας στο ιε­ρό (μ. 87,6). Ο Εύιππος βγαίνει από τον περίβο­λο με την αιχμή της λόγχης που έμενε έξι χρό­νια καρφωμένη στο σαγόνι του (μ. 87,12). Άλλος κρατάει στα χέρια του τις βδέλλες που έβγαλε ο θεός από το στέρνο του στο όνειρό του, ενώ κοιμόταν (μ. 87,13). Άλλος πάλι φεύγει υγιής, ενώ πίσω του το δάπεδο του Αβάτου εί­ναι γεμάτο αίματα από το απόστημα που του αφαίρεσε ο θεός (μ. 87, 27). Ο Γοργίας αποχωρεί με την αιχμή του βέλους που του είχε σφη­νωθεί στον πνεύμονα (μ. 87, 30). Και το πρωί, της Ερασίππης το φόρεμα ήταν γεμάτο εμετό με τα σκουλίκια που βάραιναν ως τότε το στο­μάχι της (μ. 87,41).
Το πρωί, αποχωρούν θερα­πευμένοι, με χειροπιαστές αποδείξεις, κραδαί­νοντας το σύμπτωμα στο χέρι τους. Τα επιδαύρια όνειρα υπερβαίνουν το όριο της νύκτας, «ξεχειλίζουν» στην ημέρα, της αφήνουν ένα νυ­κτερινό κατάλοιπο, κατά μια παράδοξη (εδώ έγκειται το θαύμα) αναλογία με τη δημιουργία τους, εφόσον, όπως κάθε όνειρο, προκαθορίζο­νται από τα κατάλοιπα της ημέρας. Τα όνειρα των επιγραφών «βγαίνουν», θα πει τον 2ο μ.Χ. αιώνα ο Αρτεμίδωρος. Αυτό πιστεύει ανέκαθεν και η λαϊκή σοφία, ενώ η ψυχαναλυτική θεώρη­ση θα επεξεργαστεί την έξοδο του ονείρου ως εκπλήρωση μιας ασυνείδητης επιθυμίας.
Το επιδαύριο ιερό γίνεται τόπος συνάντη­σης, κυριολεκτικά τόπος σύμπτωσης. Οι ικέτες έφθαναν εγκυμονώντας κάποιο σύμπτωμα στο σώμα τους. Και χάρη σε ένα άλλο σύμπτωμα, το όνειρο, απέβαλλαν, έβγαζαν την παρείσακτη πάθηση από μέσα τους. Είναι φυσικά η οντολο­γική σύλληψη της ασθένειας: η ασθένεια ως άλ­λος, ως παράσιτο ον, απόβλητο, που πρέπει να βγει, από το οποίο πρέπει να απαλλαγεί ο πά­σχων.
Η εγκοίμηση λειτουργεί στο μήκος της «καθαρτικής» ιατρικής. Το ίδιο το όνειρο γίνεται καθάρσιο. Ένα ολόκληρο παιχνίδι εντός/εκτός προσδιορίζει έτσι επί αιώνες την ιατρική, αλλά και την ερμηνεία των ονείρων. Το όνειρο στους Ιπποκρατικούς χάνει το μυ­στηριακό χαρακτήρα της συνάντησης με τη θε­ότητα. Δεν είναι πια φορέας ίασης. Στο τέταρ­το βιβλίο του Περί Διαίτης, αναδεικνύεται επί­λεκτο μέσο διάγνωσης, μια χρήση που βασίζεται σε μια πραγματική θεωρία των σχέσεων σώμα­τος και ψυχής. Η προσέγγιση της ονειρικής πα­ραγωγής είναι ορθολογική. Δεν υπεισέρχονται στοιχεία ξένα προς το όνειρο, όπως, λόγου χά­ρη, η θεϊκή παρέμβαση, πρωταρχικό κίνητρο των επιδαύριων ονείρων. Εδώ το όνειρο νοείται ως σύμπτωμα, του οποίου η παρατήρηση οδη­γεί στη διάγνωση και, περαιτέρω, στη θεραπευτική αγωγή.
Κλινικό στοιχείο διάγνωσης λοι­πόν, αλλά σε τελείως ανύποπτο χρόνο: το όνει­ρο έχει την ικανότητα να επισημαίνει μια διατα­ραχή πρώιμα, προτού καν αρχίσουν να φαίνο­νται τα ψυχικά ή σωματικά συμπτώματα, ή όταν αυτά είναι τόσο ανεπαίσθητα, που δεν υποπί­πτουν στην εν εγρηγόρσει συνείδηση. «Αν τα ουράνια σώματα πλανώνται άλλοτε προς τη μια κατεύθυνση κι άλλοτε προς την άλλη, χωρίς να τα αναγκάζει κάτι, σημαίνει κάποια διαταραχή της ψυχής από έγνοιες. Χρήσιμο είναι τότε να αναπαυτεί κανείς και να στραφεί η ψυχή προς τα θεάματα, και μάλιστα σε αυτά που προκα­λούν γέλιο διαφορετικά, σε ό,τι παρακολουθεί κανείς με τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση, επί δυο ή τρεις ημέρες, και θα αποκατασταθεί. Αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να πέσει άρρωστος» (Περί Δι­αίτης, IV, 89).
Το ενδιαφέρον με τους Ιπποκρατικούς είναι ότι αναπτύσσουν μια ενδε­λεχή συμβολική αντιστοιχία μικρόκοσμου και μακρόκοσμου, του οργανισμού με τα ουράνια σώματα, τα στοιχεία της φύσης, τις γεωλογικές ιδιομορφίες. Η ιπποκρατική συμβολική ακολου­θεί την ονειροκριτική μέθοδο της αναλογίας, όπως αργότερα και ο Αρτεμίδωρος. Είτε όμως πρόκειται για τα επιδαύρια είτε για τα ιπποκρα­τικά όνειρα, είναι όνειρα μονοσήμαντα. Δεν έχουν την πολυσημία της αρτεμιδώρειας ερμη­νείας, όπου το καθετί σημαίνει αναλόγως με την κοινωνική θέση ή άλλα προσωπικά δεδομένα του κάθε ονειρευόμενου.
Τους λείπει η ρητορι­κή, τα τεχνάσματα της γλώσσας: «Κάποιος που ήταν άρρωστος στο στομάχι και ζητούσε (με όνειρο) συνταγή από τον Ασκληπιό, είδε ότι μπήκε στο ιερό του θεού και ότι ο θεός, αφού άπλωσε το δεξί του χέρι, του πρόσφερε τα δά­χτυλα του να τα φάει. Τρώγοντας πέντε χουρ­μάδες θεραπεύτηκε γιατί και οι καλής ποιότη­τας χουρμάδες λέγονται δάχτυλα» (Αρτεμι­δώρου Ονειροκριτικά, Ε, 89).
Τον 2ο μ.Χ. αιώνα, ο Ασκληπιός του Αρτεμίδωρου και του Αίλιου Αριστείδη δρα ονειρικά, όπως οι κοσμικοί γιατροί. Δεν γιατρεύει αυτοστιγμεί. Συμβουλεύει, δίνει συνταγές, προτρέπει σε μια τέχνη του ζην.
Και αλλάζει η δομή των θε­ραπευτικών ονείρων: το έκδηλο περιεχόμενό τους απομακρύνεται σιγά σιγά από το λανθά­νον, και ενδέχεται να απαιτούν ερμηνεία. Ονειροκρίτες, ιερείς ή νεωκόροι είναι στη διάθε­ση των ασθενών, τους βοηθούν να βρουν το νόημα των ονείρων τους και τα συστατικά των φαρμάκων που ορίζει ο θεός. Το ίδιο συμβαίνει και στην Επίδαυρο. Διατηρείται όμως ανέπαφο το τυπικό της εγκοίμησης. Όσο για τα όνειρα, αποτελούν ίσως αντικείμενο συζήτησης μεταξύ ασθενών, όπως συνήθιζε ο Αίλιος Αριστείδης να συζητάει για τα όνειρα με τους φίλους του στο ιερό του Ασκληπιού στην Πέργαμο. Κρατούν το δημόσιο χαρακτήρα τους. Ξετυλίγονται στη θέα όλου του κόσμου, λειτουργώντας πλέον και ως κοινωνικός δεσμός.
Ελισάβετ Κούκη
Ψυχαναλύτρια
Βιβλιογραφία

  • Αραβαντινός, Αρ., Ασκληπιός και Ασκληπιεία, εκδ. Λέων, Αθήνα 1975 (1907).
  • Αρτεμιδώρου, Ονειροκριτικά Βιβλία Α’-Ε’, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 2000.
  • Brelich, Α., “Le rôle des rêves dans la conception religieuse du monde en Grèce”, στο Le rêve et les sociétés humaines. Gallimard. Paris, σ.σ. 282 – 289.
  • Edelstein. E. &L., «Ο Ασκληπιός και η ιατρική του ναού». Εισαγωγή στο, Ο Ασκληπιός και οι απαρχές της ιατρικής, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1996 (1945). Στο ίδιο και τα σαράντα τρία εττιδαύρια ιάματα (μ. 87,1-43).
  • Ευριπίδου, Εκάβη.
  • Hervey de Saint Denys, Les rêves et les moyens de les dinger, Editions d’ aujourd’ hui, Les introuvables, Var 1977 (1853).
  • Ησίοδου, Θεογονία.
  • Ιπποκρατική Συλλογή Περί ιερής νούσου. Περί τέχνης (εισ., μτφ., σχολ: Δ. Λαπουρλή), Βικελαία Βιβλιοθήκη, Ηράκλειον 1991.
  • Κούκη, Ε., «Τα όνειρα του Αίλιου Αριστείδη» στο, Τα εσόμενα, Δ. Κυρτάτας (επιμ), εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996, σ.σ 143-163.
  • Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις, (αποκατάσταση κειμένου, μτφ., σημειώσεις Ν. Παπαχατζή), Εκδοτική Αθη­νών, Αθήνα 1974-1981.
  • Πινδάρου, Πυθιόνικοι (μτφ. θ. Σταύ­ρου), Θεσσαλονίκη 1980.
  • Freud, S., Η ερμηνεία των ονείρων, Επίκουρος, Αθήνα 1993 (1900).
Πηγή

  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες»,τεύχος 78, Μάρτιος 2001